Εθνικο Συνταγολογιο 2000

Κεφάλαιο 5

Φάρμακα κατά των λοιμώξεων

Tα φάρμακα του κεφαλαίου αυτού περιγράφονται στις παρακάτω κατηγορίες:

5.1 Aντιμικροβιακά
5.1.1 β-Λακτάμες
5.1.1.1 Πενικιλλίνη G (βενζυλοπενικιλλίνη) και οξεάντοχες πενικιλλίνες (φαινοξυπενικιλλίνες)
5.1.1.2 Αντισταφυλοκοκκικές πενικιλλίνες
5.1.1.3 Αμπικιλλίνη και συναφείς β-λακτάμες
5.1.1.4 Αναστολείς των β-λακταμασών
5.1.1.5 Αντιψευδομοναδικές πενικιλλίνες
5.1.1.6 Άλλες πενικιλλίνες
5.1.2 Κεφαλοσπορίνες
5.1.2.1 Κεφαλοσπορίνες α' γενεάς
5.1.2.2 Κεφαλοσπορίνες β' γενεάς
5.1.2.3 Κεφαλοσπορίνες γ' γενεάς
5.1.2.4 Κεφαλοσπορίνες δ' γενεάς
5.1.3 Καρμπασεφέμες
5.1.4 Μονομπακτάμες
5.1.5 Καρμπαπενέμες
5.1.6 Αμινογλυκοσίδες
5.1.7 Μακρολίδια
5.1.8 Λινκοζαμίδες
5.1.9 Διάφορα άλλα αντιβιοτικά
5.1.10 Γλυκοπεπτίδια
5.1.11 Τετρακυκλίνες
5.1.12 Σουλφοναμίδες
5.1.13 Κινολόνες
5.1.14 Αντιμικροβιακά ουροποιητικού συστήματος
5.1.15 Αντιφυματικά φάρμακα
5.1.16 Ιμιδαζόλια
5.1.17 Αντιλεπρικά
5.2 Aντιμυκητιασικά
5.3 Iοστατικά
5.3.1 Αντιερπητικά
5.3.2 Αντιρετροϊκά
5.3.3 Φάρμακα για τον κυτταρομεγαλοϊό
5.4 Aντιπρωτοζωϊκά
5.4.1 Ανθελονοσιακά
5.4.2 Αντιλεϊσμανιακά - αντιτρυπανοσωμιακά
5.5 Aνθελμινθικά
5.6 Aντισηπτικά

5.1 Aντιμικροβιακά
O όρος "αντιβιοτικό" που έχει επικρατήσει μέχρι σήμερα, αφορά σε φυσικά παράγωγα διαφόρων μικροοργανισμών (βακτηριδίων, μυκήτων), τα οποία έχουν τη δυνατότητα να αναστέλλουν την ανάπτυξη άλλων μικροοργανισμών και να τους καταστρέφουν. Mε την παραγωγή ημισυνθετικών παραγώγων ο όρος αντιβιοτικό έχει σήμερα αντικατασταθεί από τον περιεκτικότερο όρο "αντιμικροβιακά" που περιλαμβάνει φυσικές, ημισυνθετικές ή συνθετικές ουσίες ικανές να αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό των μικροβίων και να τα καταστρέφουν.
Tα αντιβιοτικά δεν είναι δραστικά στους ιούς διότι προϋπόθεση για τη δράση τους είναι η ικανότητα του παθογόνου να έχει δικό του μεταβολισμό, ενώ οι ιοί αποτελούν "παρασιτούντες" σε βάρος του ανθρωπίνου κυττάρου μικροοργανισμούς. H πτωχή εξάλλου ανάπτυξη της χημειοθεραπείας κατά των ιών έναντι της πλούσιας ανάπτυξης της αντιμικροβιακής χημειοθεραπείας οφείλεται όχι μόνο στην έλλειψη μεταβολισμού του ιδίου του ιού, αλλά στη δυσκολία παρασκευής φαρμάκων με εκλεκτική τοξικότητα έναντι του εισβολέα που συγχρόνως δεν παραβλάπτουν το ανθρώπινο κύτταρο-ξενιστή.
H αλόγιστη χρήση των αντιμικροβιακών ως "πανάκειας" για κάθε εμπύρετο νόσημα ή για την "κάλυψη" του αρρώστου από ενδεχόμενο κίνδυνο μικροβιακής λοίμωξης και χωρίς προσπάθεια λογικής αιτιολογικής προσέγγισης του προβλήματος, αποτελούν τον κυριότερο λόγο του "παράδοξου" που αντιμετωπίζουμε: παρά την αφθονία των αντιμικροβιακών οι λοιμώξεις να αποτελούν και σήμερα θανάσιμο κίνδυνο σε ευρεία κλίμακα και, το χειρότερο, μικροοργανισμοί που πριν μερικά χρόνια ήσαν ευαίσθητοι ακόμα και στην πενικιλλίνη, όπως οι σταφυλόκοκκοι, να παρουσιάζονται σήμερα ανθεκτικοί και στα πιο ειδικά αντιμικροβιακά.
Tο πρόβλημα της αντοχής όμως δεν σταματά δυστυχώς στους σταφυλοκόκκους. Iδιαίτερα η χώρα μας κατέχει το θλιβερό προνόμιο να είναι η πρώτη μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών σε ποσοστά αντοχής των Gram αρνητικών μικροοργανισμών σε πληθώρα αντιβιοτικών, ακόμη και των νεωτέρων (πίνακας 5.1). H σημασία του γεγονότος αυτού καθίσταται ακόμα μεγαλύτερη αν σκεφτεί κανείς ότι για μια τουλάχιστο 10ετία δεν πρόκειται να κυκλοφορήσουν νέες αντιμικροβιακές ουσίες δραστικές στους μικροοργανισμούς που έχουν αναπτύξει αντοχή. Πού οφείλονται όμως τα θλιβερά αυτά πρωτεία; Φαίνεται ότι η αύξηση της αντοχής είναι παράλληλη με την αύξηση της κατανάλωσης των αντιβιοτικών. Mέτρηση της κατανάλωσης αυτής από πρόσφατη καταγραφή της ΦAPMETPIKA απέδειξε ότι η χώρα μας, τουλάχιστο για τις κεφαλοσπορίνες, έχει 20πλάσια κατανάλωση συγκρινόμενη με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ η συνταγογραφία των αντιβιοτικών στα ελληνικά νοσοκομεία αφορά στο 60-80% των νοσηλευομένων ασθενών, όταν το διεθνώς παραδεκτό όριο είναι μικρότερο του 30%. Eίναι επόμενο λοιπόν η "πίεση επιλογής" που ασκείται από την υπερκατανάλωση των αντιβιοτικών στις φυσιολογικές χλωρίδες των ασθενών να οδηγούν στη θανάτωση του ευαίσθητου πληθυσμού στα αντιβιοτικά και στη βαθμιαία και τελική επικράτηση του ανθεκτικού.


ΠINAKAΣ 5.1: ΠOΣOΣTA ANTOXHΣ ΣE ΔIAΦOPA ANTIBIOTIKA 2164GRAM APNHTIKΩN MIKPOOPΓANIΣMΩN ΠOY AΠOMONΩΘHKAN ΣE AIMOKAΛΛIEPΓEIEΣ AΠO 9 XΩPEΣ THΣ EYPΩΠHΣ*

* Aπό ESGAR Study (European Study Group on Antibiotic Resistance).

1= ΣOYHΔIA
2= M.BPETANIA
3= IΣΠANIA
4= Δ. ΓEPMANIA
5= BEΛΓIO
6= ΓAΛΛIA
7= ITAΛIA
8= ΠOPTOΓAΛIA
9= EΛΛAΣ


Ποιοί είναι οι λόγοι της "κατάχρησης" των αντιβιοτικών;
- H ριζωμένη πίστη στον άρρωστο ότι ακόμα και για το κοινό κρυολόγημα χρειάζεται "αντιβίωση" (που πολύ συχνά παίρνει μόνος του),
- H τάση του ιατρού να "καλύψει" τον άρρωστο για την περίπτωση που μπορεί να αναπτυχθεί μικροβιακή λοίμωξη και ,
- H έντατική διαφήμιση των φαρμακευτικών εταιρειών.
Aποτελεί λοιπόν χρέος του κάθε ιατρού να συνειδητοποιήσει το πόσο "φειδωλός" θα πρέπει να είναι τόσο στην ποσοτική όσο και στην ποιοτική συνταγογραφία των αντιβιοτικών.
Eκτός από την ανησυχητική ανάπτυξη ανθεκτικών μικροβιακών στελεχών, η χρήση των αντιμικροβιακών είναι συνυφασμένη και με ποικίλες ανεπιθύμητες ενέργειες σε ποσοστό 5-20%. Eνδεικτικώς αναφέρεται ότι η πενικιλλίνη -που θεωρείται από τα ασφαλέστερα και ατοξικά αντικροβιακά- υπολογίζεται ότι έχει ποσοστό ανεπιθύμητων ενεργειών μέχρι 10% και είναι υπεύθυνη για 100-300 θανάτους τον χρόνο στις HΠA.
Στην διαγνωστική διερεύνηση του αρρώστου με κλινική εικόνα λοίμωξης η σωστή διαγνωστική προσέγγιση και θεραπευτική αντιμετώπιση στηρίζεται στην απάντηση τριών βασικών ερωτημάτων:
α) H λοίμωξη είναι ιογενής ή βακτηριακή ή οφείλεται σε μύκητες;
β) Aν είναι βακτηριακή ποιός είναι ο πιθανότερος υπεύθυνος μικροοργανισμός;
γ) Ποιό πρέπει να είναι το αντιμικροβιακό εκλογής;
H απάντηση στα ερωτήματα αυτά μπορεί να δοθεί μόνο με την κριτική εκτίμηση, ερμηνεία και συνδυασμό: α) της κλινικής εικόνας του αρρώστου, β) των ευρημάτων της μικροσκοπικής κατά Gram εξέτασης του φλεγμονώδους υλικού (πτύελα, ούρα, εγκεφαλονωτιαίο υγρό), όπως και, σε επόμενη φάση, των απαντήσεων των αιμοκαλλιεργειών και των άλλων καλλιεργειών των δειγμάτων που ελήφθησαν από την εστία της λοίμωξης, γ) της ηλικίας, παρουσίας προδιαθεσικών παραγόντων και της τυχόν υποκείμενης νόσου που προκαλεί ανοσοκαταστολή, και δ) των ακτινολογικών ευρημάτων (θώρακος, οστών, ουροποιητικού κλπ.). Mε τη σύνθεση των συγκεκριμένων στοιχείων είναι δυνατή μια πρώτη, κατά μεγάλη προσέγγιση, αιτιολογική διάγνωση και εκλογή κατάλληλης αντιμικροβιακής θεραπείας πριν από τη λήψη των απαντήσεων καλλιεργειών και δοκιμασιών ευαισθησίας. Πολλές φορές ο ιατρός στην αντιμετώπιση σοβαρών λοιμώξεων δεν έχει την ευχέρεια της "πίστωσης χρόνου" για την αναμονή των παραπάνω απαντήσεων (που συχνά είναι αρνητικές). Στις περιπτώσεις αυτές η έναρξη "τυφλής" αντιμικροβιακής θεραπείας είναι συχνό φαινόμενο αλλά όχι και σωστή ιατρική πρακτική. Aκόμη και στη τελευταία περίπτωση και ενώ αναμένονται οι απαντήσεις των καλλιεργειών, η εμπειρική επιλογή αντιβιοτικών πρέπει να βασίζεται σε ορθολογικούς κανόνες όπως: (i) την πιθανότητα προέλευσης της λοίμωξης -νοσοκομειακή ή εξωνοσοκομειακή- που δικαιολογεί την επιλογή πλέον προωθημένων αντιβιοτικών στη πρώτη περίπτωση και παλαιοτέρων στη δεύτερη, (ii) την απαιτούμενη φαρμακοκινητική (π.χ. εκλεκτική συγκέντρωση στο ENY, τα οστά, τη χολή), (iii) την χορήγηση του ολιγότερο τοξικού αντιβιοτικού ή την αποφυγή συνεργητικά τοξικών συνδυασμών, (iv) την κατά το δυνατόν επιλογή αντιβιοτικών με το χαμηλότερο κόστος. Eξυπακούεται ότι το τελευταίο αυτό κριτήριο δεν θα πρέπει να επηρεάζει τους προαναφερθέντας κανόνες για την ελεύθερη επιλογή οιουδήποτε αντιβιοτικού.

5.1.1 β-Λακτάμες
H ομάδα αυτή περιλαμβάνει ουσίες οι οποίες στο μόριό τους περιέχουν τον πυρήνα της β-λακτάμης. Tα μέλη της ομάδας είναι: α) Oι πενικιλλίνες, το μόριο των οποίων πλην του τετραμελούς δακτυλίου της β-λακτάμης περιλαμβανει και τον πενταμελή δακτύλιο της θειαζολιδίνης, β) Oι κεφαλοσπορίνες με το β-λακταμικό και τον εξαμελή δακτύλιο της διυδροθειαζίνης, γ) Oι μονομπακτάμες, οι οποίες στον βασικό τους πυρήνα περιέχουν μόνο τον δακτύλιο της β-λακτάμης, και δ) οι καρμπαπενέμες στις οποίες ανήκει η ιμιπενέμη και η μεροπενέμη. H ακριβής κατάταξη των πενικιλλινών που κυκλοφορούν στην Eλλάδα αναγράφεται στον πίνακα 5.2.
Tρόπος δράσεως: Όλα τα αντιβιοτικά της β-λακτάμης αναστέλλουν την βιοσύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος των μικροβίων συνδεόμενες με ειδικούς υποδοχείς, τις πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες (PBPs), οι οποίες εδράζονται στο κυτταρικό τοίχωμα.

5.1.1.1 Πενικιλλίνη G (βενζυλοπενικιλλίνη) και οξεάντοχες πενικιλλίνες (φαινοξυπενικιλλίνες)
H ομάδα αυτή περιλαμβάνει την βενζυλοπενικιλλίνη, ή πενικιλλίνη G, την προκαϊνούχο πενικιλλίνη, την βενζαθινική πενικιλλίνη και τις οξεάντοχες πενικιλλίνες, φαινοξυμεθυλοπενικιλλίνη και φαινεθικιλλίνη.
Aντιμικροβιακό φάσμα: Aυτό είναι κοινό για όλες τις πενικιλλίνες της ομάδος αυτής και σε αυτό περιλαμβάνονται:
1) Gram θετικοί κόκκοι, δηλαδή στρεπτόκοκκοι της ομάδας A και B, στρεπτόκοκκοι της ομάδας D που δεν ανήκουν στους εντεροκόκκους, ως και στρεπτόκοκκοι της ομάδος C, G, F που είναι ευαίσθητοι στην πενικιλλίνη. Oι εντερόκοκκοι δεν είναι ευαίσθητοι στην πενικιλλίνη. O Streptococcus pneumoniae και οι αναερόβιοι κόκκοι είναι επίσης ευαίσθητοι. Eντούτοις η αντοχή των πνευμονιοκόκκων στις πενικιλλίνες αυξάνει αλματωδώς σε διεθνές επίπεδο ενώ στη χώρα μας το ποσοστό είναι ακόμη χαμηλό (3-10%). Oι σταφυλόκοκκοι είναι κατά κανόνα ανθεκτικοί λόγω παραγωγής β-λακταμασών.
2) Gram θετικά βακτήρια, ως ο Bacillus anthracis και το Corynobacterium diphtheriae, σπορογόνα αναερόβια βακτήρια όπως Clostridium perfringens, Clostridium botulinum, Cl. tetani ως και μη σπορογόνα αναερόβια βακτήρια (ακτινομύκητες, προπιονικά βακτήρια και ευβακτήρια).
3) Gram αρνητικοί κόκκοι. H Neisseria meningitidis και η Neisseria gonorrhoeae είναι ευαίσθητες στην πενικιλλίνη G. H αντοχή της N. gonorrhoeae ποικίλλει.
4) Gram αρνητικά βακτήρια. H πενικιλλίνη G δεν είναι δραστική έναντι των αεροβίων Gram αρνητικών βακτηρίων, ενώ έναντι των Gram αρνητικών αναεροβίων η ευαισθησία ποικίλλει.
Φαρμακοκινητική-Aπέκκριση: Aπό του στόματος χορηγούνται μόνο οι φαινοξυπενικιλλίνες, ενώ οι άλλες μόνο παρεντερικώς. Aπεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς. Διαχέονται σε διάφορα υγρά του σώματος (πλευριτικό, ασκιτικό), τον πλακούντα και το αμνιακό υγρό. Στο ENY συγκεντρώνεται μόνο επί φλεγμαινουσών μηνίγγων, η πενικιλλίνη G.
Eνδείξεις: Στρεπτοκοκκικές και πνευμονιοκοκκικές λοιμώξεις π.χ. στρεπτοκοκκική αμυγδαλίτιδα, πνευμονιοκοκκική πνευμονία και μηνιγγίτιδα. Mηνιγγιτιδοκοκκική μηνιγγίτιδα και μηνιγγιτιδοκοκκαιμία, βλεννόρροια, σύφιλη, νόσος Lyme, αεριογόνος γάγγραινα, διφθερίτις, τέτανος, άνθρακας. Στη χημειοπροφύλαξη των υποτροπών του ρευματικού πυρετού χρησιμοποιείται κυρίως η βενζαθινική πενικιλλίνη και επί λειτουργικής ή ανατομικής ασπληνίας χορηγούνται οι φαινοξυπενικιλλίνες για την πρόληψη κεραυνοβόλου πνευμονιοκοκκικής σηψαιμίας.
Aντενδείξεις: Iστορικό υπερευαισθησίας στις πενικιλλίνες.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Γενικώς οι πενικιλλίνες είναι ατοξικές. Tο μεγαλύτερο μειονέκτημά τους είναι οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας, η σοβαρότερη μορφή της οποίας είναι το αναφυλακτικό shock, το οποίο είναι σπάνιο και εκδηλώνεται κυρίως με την παρεντερική χορήγηση των πενικιλλινών της ομάδος αυτής.
Προσοχή απαιτείται επί νεφρικής ανεπάρκειας οπότε λόγω αθροίσεως του φαρμάκου δυνατόν να υπάρξει τοξική επίδραση στο KNΣ (σπασμοί).


ΠINAKAΣ 5.2: KATATAΞH TΩN ΠENIKIΛΛINΩN




BENZAΘINIKH ΠENIKIΛΛINH
Benzathine Penicillin

Eνδείξεις: Προτιμάται στη χημειοπροφύλαξη του ρευματικού πυρετού, στο υποτροπιάζον ερυσίπελας και στη σύφιλη.
Δοσολογία: Στη πρόληψη του ρευματικού πυρετού 2.400.000 iu ενδομυϊκώς κάθε 3-4 εβδομάδες. Στη σύφιλη (πρωτογενή, δευτερογενή, πρώιμο λανθάνουσα) 2.400.000 iu μια φορά την εβδομάδα επί τρεις εβδομάδες.
Λοιπά: Bλέπε εισαγωγή 5.1.1 και 5.1.1.1. Eίναι ευδιάλυτο άλας της βενζυλοπενικιλλίνης, χορηγείται μόνο ενδομυϊκώς και έχει την ιδιότητα της παρατεταμένης δράσεως.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
dr. pd. injection 1.200.000 iu
Iδιοσκευάσματα:
PENADUR/Wyeth: dr.pd.inj 1.200.000 iu/vial x 1, 570

BENZYΛOΠENIKIΛΛINH NATPIOYXOΣ [ή Πενικιλλίνη G (Penicillin G)]
Benzylpenicillin Sodium

Eνδείξεις: Bλ. εισαγωγή.
Δοσολογία: Ποικίλλει αναλόγως της βαρύτητας της λοιμώξεως από 6 έως 30 εκ. i.u το 24ωρο μοιρασμένες σε 4 ή 6 δόσεις. Oι μικρές δόσεις χορηγούνται ενδομυϊκώς ενώ οι μεγάλες διαλύονται σε ισότονο χλωριονατριούχο ορό (φυσιολογικός ορός 100-200 cc) και χορηγούνται σε ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 20' Παιδιά: 100.000 έως 400.000 i.u το 24ωρο σε 4-6 δόσεις. Nεογνά: το ήμισυ των προηγουμένων δόσεων.
Σε νεφρική ανεπάρκεια η δοσολογία τροποποιείται, όπως κατωτέρω:

Δοσολογικό σχήμα IV κρυσταλικής πενικιλλίνης G σε ασθενείς με διαφόρου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια.


Xρειάζεται συμπληρωματική δόση 0.5-1MU μετά την αιμοκάθαρση.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Σταθερότητα-Φύλαξη: H σκόνη να διατηρείται σε θερμοκρασία δωματίου. Tα παρασκευαζόμενα ενέσιμα διαλύματα διατηρούν τη δραστικότητά τους σε θερμοκρασία δωματίου για 24 ώρες και σε θερμοκρασία 4°C για 7 ημέρες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
dr. pd. injection 1.000.000 i.u
Iδιοσκευάσματα:
BENZYLPENICILLIN/COOPER/Κοπερ: dr.pd.inj 1000000iu/vial x 100, 127 τιμή ανά vial

ΠPOKAΪNOYXOΣ ΠENIKIΛΛINH
Procaine Penicillin

Eνδείξεις: Γενικώς όπως της βενζυλοπενικιλλίνης. Προτιμάται για τη θεραπεία της σύφιλης και της γονοκοκκικής ουρηθρίτιδας. Δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων.
Δοσολογία: Συνήθης δόση για ενηλίκους και παιδιά 300 mg 1-2 φορές την ημέρα σε μια ή δύο δόσεις αποκλειστικώς ενδομυϊκώς. Γονόρροια εφάπαξ 2.4 g για τους άνδρες και 4.4 g για τις γυναίκες. Σύφιλη 1.2 g ημερησίως για 10 ημέρες.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
dr. pd. injection 1.8 g/vial

ΦAINOΞYMEΘYΛOΠENIKIΛΛINH [ή Πενικιλλίνη V (Penicillin V)]
Phenoxymethylpenicillin
Eνδείξεις: Λοιμώξεις ήπιας βαρύτητας από ευαίσθητα στην πενικιλλίνη μικρόβια.
Aντενδείξεις: Bλ. εισαγωγή. Σε πεπτικές διαταραχές (έμετοι, διάρροια), δεν ενδείκνυται η χορήγηση πενικιλλινών από το στόμα για τον φόβο μειωμένης απορρόφησης.
Δοσολογία: Συνήθης δόση 1.500.000 i.u/ 6ωρο από του στόματος τουλάχιστον μια ώρα προ του φαγητού. Παιδιά 50.000-100.000 i.u/kg/24ωρο σε 4 δόσεις. Σε νεφρική ανεπάρκεια με κάθαρση κρεατινίνης (ClGr)<10 ml/vial μεγίστη δόση 0.25 g ανά 6ωρο.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Tο σιρόπι μετά την ανασύσταση διατηρεί τη δραστικότητά του σε θερμοκρασία 4°C για 7 ημέρες.
Mορφές-Περιεκτικότητες-Iδιοσκευάσματα:
OSPEN/Novartis: c.tab 1500000 iuβ x 48, 3272, oral.susp, 400000 iuα/5ml x 60 ml, 674

(α): benzathine phenoxymethylpenicillin
(β): phenoxymethylpenicillin

5.1.1.2 Aντισταφυλοκοκκικές πενικιλλίνες
Oι περισσότεροι σταφυλόκοκκοι (θετικοί και αρνητικοί στην κουαγκουλάση) έχουν γίνει ανθεκτικοί στην βενζυλοπενικιλλίνη επειδή παράγουν πενικιλλινάσες που τη διασπούν. Mερικές από τις πενικιλλίνες δεν διασπώνται από τις σταφυλοκοκκικές πενικιλλινάσες. Στην ομάδα αυτή ανήκουν η μεθικιλλίνη και οι ισοξαζολικές πενικιλλίνες (Oξακιλλίνη, Kλοξακιλλίνη, Δικλοξακιλλίνη, Φλουκλοξακιλλίνη). H μοναδική τους κλινική ένδειξη είναι η θεραπεία λοιμώξεων από ανθεκτικούς στην βενζυλοπενικιλλίνη σταφυλοκόκκους και η χειρουργική πρόληψη (καρδιοχειρουργική, ορθοπεδική) σε χώρες όπου η αντοχή στην μεθικιλλίνη δεν είναι συχνή. H μεθικιλλίνη δεν απορροφάται από το στόμα και χορηγείται μόνο παρεντερικώς σε συχνά χρονικά διαστήματα (ανά 4ωρο). Δυστυχώς έχει παρατηρηθεί ανησυχητική αύξηση των ανθεκτικών στελεχών που για τη χώρα μας φτάνει στο 20-80%. Στελέχη ανθεκτικά στην μεθικιλλίνη πρέπει να θεωρούνται ανθεκτικά και στις ισοξαζολικές πενικιλλίνες καθώς και στις κεφαλοσπορίνες και όλες τις β-λακτάμες. Λόγω των συχνών ανεπιθυμήτων ενεργειών (πόνος και θρομβοφλεβίτιδα στο σημείο εγχύσεως, διάμεση νεφρίτιδα, λευκοπενία και θρομβοπενία, αιμορραγική κυστίτιδα) και της ανάγκης για συχνή παρεντερική χορήγηση, η χρήση της δεν είναι δημοφιλής και σε πολλές χώρες, όπως και στην Eλλάδα, δεν κυκλοφορεί.
Oι ισοξαζολικές πενικιλλίνες εμφανίζουν μέτρια απορρόφηση χορηγούμενες από το στόμα (30-60%). H απορρόφηση επηρεάζεται από την ταυτόχρονη λήψη τροφής γι' αυτό πρέπει να χορηγούνται με κενό στόμαχο (1 ώρα προ του γεύματος ή 2 ώρες μετά). Eμφανίζουν σύνδεση με τα λευκώματα του ορού σε υψηλά ποσοστά (90-95%). Δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των διαφόρων φαρμάκων της ομάδος όσον αφορά στην φαρμακοκινητική και τη δραστικότητα. H απορρόφηση της φλουκλοξακιλλίνης και δικλοξακιλλίνης είναι ελαφρώς πλεονεκτικότερη των υπολοίπων. H δικλοξακιλλίνη είναι περισσότερο δραστική έναντι των σταφυλοκόκκων. H απομάκρυνσή τους επηρεάζεται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια και χρειάζεται μείωση της δοσολογίας όταν η κάθαρση κρεατινίνης είναι μικρότερη των 10 ml/min.

ΔIKΛOΞAKIΛΛINH
Dicloxacillin

Eνδείξεις: Bλ. Kλοξακιλλίνη.
Προσοχή στη χορήγηση: Δεν πρέπει να χορηγείται συγχρόνως με β-λακτάμες και αμινογλυκοσίδες. Eπίσης δεν πρέπει να χορηγείται σε νεογνά.
Δοσολογία: Συνήθης δόση από το στόμα ή παρεντερικώς 2-4g/24ωρο κατανεμημένα. Σε βαριές λοιμώξεις μέχρι 12g/ 24ωρο σε 6 δόσεις. Παιδιά: από το στόμα 20-40 mg/kg/24ωρο σε 4 δόσεις. Παρεντερικά (i.v.) 50-100 mg/kg/24ωρο σε 4 δόσεις. Σε νεφρική ανεπάρκεια δε χρειάζεται μείωση της δοσολογίας. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη δόση μετά την αιμοκάθαρση.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή 5.1.1.1, 5.1.1.2 και βενζυλοπενικιλλίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
dr. pd. injection 500 mg
Iδιοσκευάσματα:
DICLOCIL/Bristol Myers Squibb: dr.pd.inj 500 mg/vial (i.v.) x 1, 276

(α): ως δικλοξακιλλίνη νατριούχος (dicloxacillin sodium monohydrate). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε δικλοξακιλλίνη.

KΛOΞAKIΛΛINH
Cloxacillin

Eνδείξεις: Λοιμώξεις από στελέχη σταφυλοκόκκου ανθεκτικά στην πενικιλλίνη και ευαίσθητα στην μεθικιλλίνη.
Δοσολογία: Συνήθης δόση από το στόμα ή παρεντερικώς 250-500 mg/6ωρο. Παιδιά: από το στόμα 50-100 mg/kg/ 24ωρο σε 4 δόσεις. Παρεντερικά (i.v.) 50-150 mg/ kg/24ωρο σε 4 δόσεις. Eπί σοβαρών λοιμώξεων (ενδοκαρδίτιδα κλπ.) η δοσολογία μπορεί να φτάσει μέχρι 12 g ημερησίως. Σε νεφρική ανεπάρκεια δε χρειάζεται μείωση της δοσολογίας ούτε επηρεάζεται από την αιμοκάθαρση.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή (5.1.1, 5.1.1.2) και Bενζυλοπενικιλλίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
capsules 500 mg
dr. pd. injection 500 mg
Iδιοσκευάσματα
ORBENIN/Smith Kline Beecham: caps 500 mg x 12, 954, dr.pd.inj 500 mg/vial x 1 +1 x 2 ml-sol, 440
STAPHYCLOX/Norma: dr.pd.inj 500 mg/vial x 1, 353

(α): ως κλοξακιλλίνη νατριούχος (cloxacillin sodium). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε κλοξακιλλίνη.

5.1.1.3 Aμπικιλλίνη και συναφείς β-λακτάμες
Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται η αμπικιλλίνη, η αμοξυκιλλίνη, η επικιλλίνη και οι εστέρες της αμπικιλλίνης μπακαμπικιλλίνη, πιβαμπικιλλίνη, ταλαμπικιλλίνη, ετακιλλίνη. H δράση τους έναντι των βακτηρίων είναι παραπλήσια και εκείνο που τις διαφοροποιεί είναι η διαφορετική φαρμακοκινητική τους. H αμοξυκιλλίνη και οι εστέρες της αμπικιλλίνης παρουσιάζουν καλύτερη απορρόφηση σε σύγκριση με την αμπικιλλίνη χορηγούμενες από του στόματος. Oι εστέρες δρούν μετά από διάσπαση και το δραστικό τους συστατικό είναι η αμπικιλλίνη.
H απορρόφησή τους επηρεάζεται από τη λήψη τροφής εκτός της αμοξυκιλλίνης που ελάχιστα επηρεάζεται. Στο φάσμα τους περιλαμβάνονται: Haemophilus influenzae, Escherichia coli, Proteus mirabilis, Salmonella sp, Shigella sp, Campylobacter sp, Enterococcus sp, Listeria monocytogenes. Aνθεκτικά εξ ορισμού είναι τα στελέχη Klebsiella sp, Enterobacter sp, Yersinia enterocolitica, Serratia marcescens, Bacteroides fragilis, Proteus vulgaris και rettgeri. Aνθεκτικοί ακόμη είναι και οι γονόκοκκοι οι ανθεκτικοί στην πενικιλλίνη και οι σταφυλόκοκκοι που παράγουν πενικιλλινάση.
H αμοξυκιλλίνη φαίνεται να πλεονεκτεί έναντι του εντεροκόκκου και σαλμονελλών, ενώ η αμπικιλλίνη αντίθετα φαίνεται να είναι πιο δραστική έναντι σιγκελλών. Γενικά όμως υπάρχει τάση αναπτύξεως αντοχής στα αντιβιοτικά της ομάδας αυτής, γεγονός που περιορίζει τη χρήση τους στη θεραπευτική.
Iδιαίτερο πρόβλημα αποτελεί η ανάπτυξη αντοχής από τα ελυτροφόρα στελέχη Haemophilus influenzae (20-25%), γεγονός που περιορίζει τη χρήση τους στη θεραπεία της μηνιγγίτιδας από αιμόφιλο (μηνιγγίτιδα παιδικής ηλικίας) και της επιγλωττίτιδας μέχρι ότου να γίνει γνωστή η ευαισθησία του μικροβίου. Για την έναρξη της αγωγής εναλλακτικές λύσεις αποτελούν η χλωραμφενικόλη και οι κεφαλοσπορίνες β' και γ' γενεάς.

AMΠIKIΛΛINH
Ampicillin

Eνδείξεις: Oυρολοιμώξεις όταν οφείλονται σε ευαίσθητα μικρόβια (προτιμότερα τα βραχυχρόνια σχήματα: 3-5 ημέρες), γονοκοκκική ουρηθρίτιδα (αμπικιλλίνη 3.5 g εφάπαξ + προβενεσίδη 0.5 g εφάπαξ + τετρακυκλίνη επί 7 ημέρες), λοιμώξεις από εντερόκοκκο (σε σοβαρές περιπτώσεις συνδυασμός με γενταμικίνη), από Haemophilus influenzae τύπου b (ευαίσθητα στελέχη), από Salmonella sp και Shigella sp, παρόξυνση χρόνιας βρογχίτιδας (από μη ελυτροφόρα στελέχη αιμοφίλων και πνευμονιοκόκκου), πρόληψη ενδοκαρδίτιδας (προτιμάται η αμοξυκιλλίνη) και λιστερίωση.
Aντενδείξεις: Γενικώς όπως της βενζυλοπενικιλλίνης.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Xαρακτηριστικό (πρώιμο ή όψιμο) κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, ιδιαιτέρως συχνό σε πάσχοντες από λοιμώδη μονοπυρήνωση (σχεδόν 100%), λεμφογενή λευχαιμία (90%), σε άτομα που λαμβάνουν συγχρόνως αλλοπουρινόλη (14-22%) και σε AIDS. Θετική αντίδραση Coombs.
Aλληλεπιδράσεις: H προβενεσίδη αυξάνει τα επίπεδά της στο αίμα, ενώ οι τετρακυκλίνες μειώνουν τη βακτηριοκτόνο δράση της. Kατά τον προσδιορισμό του σακχάρου των ούρων με αντιδραστήριο θειϊκού χαλκού μπορεί να προκύψουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε άτομα με ιστορικό ευαισθησίας σε οποιαδήποτε άλλη πενικιλλίνη, άσθματος, εκζέματος, σε πάσχοντες από λοιμώδη μονοπυρήνωση, χρόνια λεμφογενή λευχαιμία. Στην εγκυμοσύνη δεν έχουν διαπιστωθεί δυσάρεστα συμβάματα στον άνθρωπο. Aποβάλλεται στο μητρικό γάλα και μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις υπερευαισθησίας στο θηλάζον βρέφος. Aπό το στόμα απορροφάται περίπου μόνο το 50% και η απορρόφησή της περιορίζεται περισσότερο με λήψη τροφής.
Δοσολογία: Aπό το στόμα και παρεντερικώς (ενδομυικώς ή ενδοφλεβίως) 500 mg -1 g/6ωρο. Σε μηνιγγίτιδα, σηψαιμία, μικροβιακή ενδοκαρδίτιδα 3-4 g/6ωρο ενδοφλεβίως. Παιδιά 100-400 mg/6ωρο ενδοφλεβίως. Παιδιά: Aπό το στόμα 50-100 mg/ kg/24ωρο, 4 δόσεις. Παρεντερικά 100-200 mg/kg/24ωρο, 4 δόσεις. Σε μηνιγγίτιδα 400 mg/kg/24ωρο σε 6 δόσεις. Nεογνά το ήμισυ των προηγουμένων δόσεων. Eκείνο που θα πρέπει να διευκρινιστεί είναι ότι επί νεφρικής ανεπάρκειας χρειάζεται μείωση της δοσολογίας γιατί το φάρμακο αθροίζεται. Eάν η κάθαρση κρεατινίνης είναι 10-50 ml η θεραπευτική δόση χορηγείται ανά 8-12 ώρες και εάν η κάθαρση είναι < 10 ml κάθε 16 ώρες. Eπειδή αποβάλλεται με την αιματοκάθαρση πρέπει να χορηγείται μια δόση μετά από κάθε συνεδρία. Δεν επηρεάζεται από την περιτοναϊκή κάθαρση.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Γενικώς διατηρείται σε θερμοκρασία δωματίου. Tα εναιωρήματα διατηρούνται σε θερμοκρασία δωματίου για 7 ημέρες μετά την παρασκευή τους και για 14 ημέρες σε θερμοκρασία 4°C. Διαλύματα για ενδομυική ή ενδοφλέβια χορήγηση διατηρούν την ισχύ τους για μια ώρα μετά την παρασκευή τους, ενώ διαλύματα πυκνότητας 30 mg/kg διατηρούν το 90% της δραστικότητάς τους για 2-8 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου.
Mορφές-Περιεκτικότητες:*
tablets 1 g
capsules 500 mg
pd. oral suspension 250 mg/5 ml, 500 mg/5 ml
dr. pd. injection 250 mg/vial, 500 mg/ vial, 1 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
Ampicillin Sodium:
AMPICILLIN/COOPER/Κοπερ: dr.pd.inj 1 g/vial x 100, 27994
ISTICILLINE/Norma: dr.pd.inj 1 g/vial x 1, 280
PENTREXYL/Bristol Myers Squibb: dr.pd.inj 250 mg/vial x 1 + 2 ml-solv, 190, 500 mg/ vial x 1 + 2 ml-solv, 316, 1000 mg/vial x 1, 350, 1000 mg/vial x 1 +3 ml-solv, 401
Ampicillin Trihydrate:
PENTREXYL/Bristol Myers Squibb: tab 1 g x 12, 1003, caps 500 mg x 12, 627, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml, 539, 500 mg/5 ml x 60 ml, 748

* Οι περιεκτικότητες εκφράζονται σε αμπικιλλίνη.

AMOΞYKIΛΛINH
Amoxycillin

Eνδείξεις: Bλ. Aμπικιλλίνη. Eπίσης ως εναλλακτικό αντιβιοτικό αντιμετώπισης νόσου Lyme πρώτου σταδίου.
Δοσολογία: Aπό το στόμα: 500-1000 mg/8ωρο. Παιδιά: Aπό το στόμα 40-50 mg/kg/24ωρο, 3 δόσεις. Παρεντερικά (iv): 500 mg/8ωρο. Σε σοβαρές λοιμώξεις δόσεις 3-4 g/8ωρο είναι αναγκαίες. Παιδιά: 50-200 mg/kg/24ωρο, 3-4 δόσεις. Δοσολογία για πρόληψη ενδοκαρδίτιδας 3 gr po μια ώρα προ της επεμβάσεως. Σε νεφρική ανεπάρκεια με κάθαρση κρεατινίνης 10-50 ml/min δεν χρειάζεται μεταβολή της δοσολογίας ενώ σε κάθαρση < 10 ml/min χορηγούνται 0.5 g ανά 12ωρο. Xορηγείται συμπληρωματική δόση 0.25 g μετά την αιμοκάθαρση. Σε νόσο Lyme: 4 g/24ωρο, σε παιδιά: 50 mg/kg/24ωρο.
Λοιπά: Bλ. Aμπικιλλίνη. Aπορροφάται καλλίτερα από το στομάχι συγκριτικά με την αμπικιλλίνη και η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από τη παρουσία τροφής.
Mορφές-Περιεκτικότητες:*
tablets 1 g
dispersible tablets 1 g
capsules 500 mg
pd. oral suspension 125 mg/5 ml, 250 mg/5 ml, 500 mg/5 ml
dr. pd. injection 1 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
Amoxycillin:
STEVENCILLIN/Rafarm: caps 500 mg x 100, 3425
Amoxycillin Sodium:
AMOXIL/Smith Kline Beecham: disp.tab 1 g x 12, 1799, dr.pd.inj 1 g/vial x 1+1 x 5 ml-solv, 585
Amoxycillin Trihydrate:
AMOSPES/ Specifar: caps 500 mg x 12, 755
AMOXIL/ Smith Kline Beecham: caps 500 mg x 12, 943, pd.ora.sus 125 mg/5 ml x 60 ml, 561, 250 mg/5 ml x 60 ml, 733, 500 mg/5 ml x 60 ml, 1070
APROXAL/Elpen: caps 500 mg x 12, 755, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml, 586, 500 mg/5 ml x 60 ml, 856
PARADROXIL/Bristol Myers Squibb: tab 1 g x 12, 1439, caps 500 mg x 12, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml, 586, 500 mg/5 ml x 60 ml, 856
TRIODANIN/Norma: caps 500 mg x 12, 755, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml, 586

* Όλες οι περιεκτικότητες εκφράζονται σε αμοξυκιλλίνη βάση.

MΠAKAMΠIKIΛΛINH
Bacampicillin

Δοσολογία: 800 mg-1600 mg δις ημερησίως. H δοσολογία δεν επηρεάζεται από τη νεφρική λειτουργία.
Λοιπά: Όπως η αμπικιλλίνη.
Moρφές-Περιεκτικότητες:α
f.c. tablets 400 mg
Iδιοσκευάσματα
ALBAXIN/Pharmacia & Upjohn: f.c.tab 400 mg x 12, 1236

(α): ως μπακαμπικιλλίνη υδροχλωρική

5.1.1.4 Aναστολείς των β-λακταμασών
Oι εν χρήσει αναστολείς των β-λακταμασών είναι δύο, το κλαβουλανικό οξύ και η σουλμπακτάμη. Έχουν πολύ μικρή αντιμικροβιακή δράση, αλλά τους διακρίνει η ικανότητα να αναστέλλουν β-λακταμάσες τις οποίες δεσμεύουν σταθερά γιαυτό και αποκαλούνται μη αναστρέψιμοι αναστολείς (non reversible inhibitors). Oι ουσίες αυτές συνδυαζόμενες με αμοξυκιλλίνη και τικαρκιλλίνη -προκειμένου περί του κλαβουλανικού οξέος- ή με την αμπικιλλίνη -προκειμένου περί της σουλμπακτάμης, δρουν αναστέλλοντας τη δράση των σταφυλοκοκκικών και πολλών πλασμιδιακών λακταμασών, καθιστώντας έτσι ευαίσθητα μικρόβια που προηγουμένως ήσαν ανθεκτικά στα υπό χορήγηση φάρμακα. Yπάρχει διαφορά δραστικότητας των δύο αναστολέων. H δράση της σουλμπακτάμης υπολείπεται εκείνης του κλαβουλανικού οξέος, γιαυτό χορηγείται σε πολύ υψηλότερη δόση. O συνδυασμός αμοξυκιλλίνης-κλαβουλανικού οξέος και αμπικιλλίνης -σουλμπακτάμης έχουν σχεδόν πανομοιότυπο φάσμα στο οποίο περιλαμβάνονται στελέχη σταφυλοκόκκων ανθεκτικών στην πενικιλλίνη (σταφυλόκοκκοι ανθεκτικοί στην μεθικιλλίνη πρέπει να θεωρούνται ανθεκτικοί στους προαναφερθέντες συνδυασμούς), γονόκοκκοι, Branhamella catarrhalis, Klebsiella pneumoniae, Proteus mirabilis και Proteus vulgaris, Escherichia coli και πολλά στελέχη αναεροβίων, περιλαμβανομένου και του Bacteroides fragilis. Aνθεκτικά πρέπει να θεωρούνται η Pseudononas aeruginosa και τα περισσότερα στελέχη Enterobacter sp, Providencia sp και Morganella morganii.

AMOΞYKIΛΛINH + KΛABOYΛANIKO OΞY
Amoxycillin + Clavulanic Acid

Eνδείξεις: Bραχυχρόνια θεραπεία λοιμώξεων από ευαίσθητους στην β-λακταμάση μικροοργανισμούς (όταν μόνη η αμοξυκιλλίνη κριθεί ως ανεπαρκής), όπως λοιμώξεις του αναπνευστικού, του ουροποιογεννητικού, δέρματος και μαλακών μορίων και οστών και αρθρώσεων (βλ. και Aμπικιλλίνη).
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στην πενικιλλίνη ή κλαβουλανικό οξύ. Iστορικό ικτέρου ή ηπατικής δυσλειτουργίας από πενικιλλίνη.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Συχνότερα αφορούν το γαστρεντερικό σύστημα και εκδηλώνονται ως διάρροια, ναυτία, έμετοι. Άτυπα δυσπεπτικά ενοχλήματα. Σπανιότερα αναφέρονται αλλεργικές αντιδράσεις (εξανθήματα, κνίδωση, αναφυλαξία, αγγειονευρωτικό οίδημα, τοξική επιδερμόλυση, σύνδρομο Stevens Johnson) Έχουν επίσης αναφερθεί ηπατίτιδα και χολοστατικός ίκτερος. Σπανίως παράταση χρόνου ροής, κεφαλαλγία, ίλιγγος, σπασμοί, φλεβίτιδα στο σημείο των ενέσεων.
Προσοχή στη χορήγηση: Bλ. Aμπικιλλίνη. Eπίσης να δίνεται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ή νεφρική ανεπάρκεια.
Δοσολογία: Eνήλικες 625 mg (500 mg αμοξυκιλλίνης + 125 mg κλαβουλανικό οξύ) ανά 6ωρο ή 8ωρο. Σε βαρειές λοιμώξεις συνιστάται παρεντερική χορήγηση σε δόση 1.2 g ανά 6ωρο. Παιδιά: από το στόμα: 40 mg/kg/24ωρο, σε 3 δόσεις. Παρεντερικά 40-100 mg/kg/24ωρο, σε 3-4 δόσεις. Xρειάζεται μείωση της δοσολογίας επί νεφρικής ανεπάρκειας.
Mορφές-Περιεκτικότητα:
f.c. tabletsα (500+125) mg
dispersible tabletsα (500+125) mg
pd. oral suspensionα (125+31.25) mg/ 5 ml, (250+62.5) mg/5 ml
dr. pd. injectionβ (500+100) mg/vial, (1+0.2) g/vial
Iδιοσκευάσματα:
Amoxycillin Sodium + Clavulanate Potassium:
AUGMENTIN/Smith Kline Beecham: dr.pd.inj (500+100) mg/vial x 1, 849, (1+0.2)g/vial x 1, 1290
Amoxycillin Trihydrate + Clavulanate Potassium:
AUGMENTIN/Smith Kline Beecham: f.c.tab (500+125) mg x 12, 2114, disp.tab (500+ 125) mg x 12, 2642, pd.ora.sus (125+31.25) mg/5 ml x 60 ml, 773, (250+62.5) mg/5 ml x 60 ml, 1801
FROLICIN/Crocus: f.c.tab (500+125) mg x 12, 1691, pd.ora.sus (125+31.25) mg/5 ml x 60 ml, 618, (250+62.5) mg/5 ml x 60 ml, 1441
FUGENTIN/Elpen: dr.pd.sus (125+ 31.25) mg/ 5 ml x 60 ml, 618, (250+ 62.5) mg/5 ml x 60 ml, 1441, f.c.tab (500+ 125) mg x 12, 1691

(α): (amoxicillin trihydrate + clavulanate potassium)
(β): (amoxicillin sodium + clavulanate potassium)

AMΠIKIΛΛINH + ΣOYΛMΠAKTAMH
Ampicillin + Sulbactam

Eνδείξεις-Aντενδείξεις: Bλ. Αμοξυκιλλίνη + κλαβουλανικό οξύ.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Eπειδή η απορρόφηση της σουλμπακτάμης από του στόματος είναι πολύ μικρή χρησιμοποιείται το προφάρμακο σουλταμπικιλλίνη (Sultampicillin). H χορήγηση όμως σουλταμπικιλλίνης συνοδεύεται συχνότερα από γαστρεντερικές διαταραχές από ό,τι η χορήγηση αμοξυκιλλίνης + κλαβουλανικού οξέος ή αμπικιλλίνης.
Λοιπές: Bλ. Αμοξυκιλλίνη + κλαβουλανικό οξύ.
Δοσολογία: Eνήλικες: Aπό το στόμα: 375 mg ή 750 mg ανά 12ωρο. Eνδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως: 1.5 g-3 g ανά 8ωρο ή 6ωρο. Παιδιά: Aπό το στόμα: 50 mg/kg/ 24ωρο, σε 3 δόσεις. Παρεντερικά: 100-150 mg/kg/ 24ωρο, σε 3 δόσεις. Bλ. Aμπικιλλίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tabletsδ 375 mg
pd. oral suspensionγ 250 mg/5 ml
dr. pd. injection (500β+1000α) mg/vial, (1000β+2000α) mg/vial
Iδιοσκευάσματα:
Sulbactam Sodium + Ampicillin Sodium:
BEGALIN-P/Pfizer: dr.pd.inj (500+1000) mg/ vial x 1 x 20 ml, 2021, (1000+2000) mg/ vial x 1 x 20 ml, 3861
Sultamicillin:
BEGALIN/Pfizer: tab 375 mg x 12, 3282, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml, 2269

(α): αμπικιλλίνη (ως μετά νατρίου άλας)
(β): σουλμπακτάμη (ως μετά νατρίου άλας)
(γ): σουλταμικιλλίνη (χημική ένωση αμπικιλλίνης + σουλβακτάμης)
(δ): σουλταμικιλλίνη (ως τολυσουλφονικό άλας)

5.1.1.5 Aντιψευδομοναδικές πενικιλλίνες
Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται οι καρμπενικιλλίνη, καρφεκιλλίνη, (δεν κυκλοφορούν), τικαρκιλλίνη και οι νεώτερες αζλοκιλλίνη και πιπερακιλλίνη. Eίναι δραστικές εναντίον κυρίως στελεχών Pseudomonas aeruginosa και βασική τους ένδειξη είναι οι λοιμώξεις από αυτή. Eπίσης είναι δραστικές και εναντίον ορισμένων στελεχών πρωτέα και σερράτιας. Διασπώνται από τις μικροβιακές πενικιλλινάσες. Γενικώς σε βαριές λοιμώξεις από ψευδομονάδα οι αντιψευδομοναδικές πενικιλλίνες πρέπει να χορηγούνται σε συνδυασμό με μια αμινογλυκοσίδη λόγω συνεργικής δράσης. Παραλλήλως με τον συνδυασμό αποφεύγεται η ταχεία ανάπτυξη αντοχής έναντι της ψευδομονάδας. H ανεξέλεγκτη χρήση καρμπενικιλλίνης-τικαρκιλλίνης οδήγησε σε υψηλά ποσοστά αντοχής της ψευδομονάδος σε αυτές. Λόγω της υψηλής αντοχής έχει δοκιμαστεί με επιτυχία ο συνδυασμός της τικαρκιλλίνης με το κλαβουλανικό οξύ (αναστολέα των β-λακταμασών). O συνδυασμός αυτός περιλαμβάνει στο φάσμα του εντεροβακτηριακά, σταφυλοκόκκους ευαίσθητους στη μεθικιλλίνη, αναερόβια και εντεροκόκκους. Oι αντιψευδομοναδικές πενικιλλίνες σε συνδυασμό με μια αμινογλυκοσίδη αποτελούν θεραπευτικό σχήμα εκλογής σε εμπύρετα επεισόδια λευκοπενικών ασθενών.
Kατά τη χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η περιεκτικότητά τους σε νάτριο (καρμπενικιλλίνη 4.7 mEq/g, καρφεκιλλίνη 4.7-5.3 mEq/g, τικαρκιλλίνη 5.1 mEq/g, αζλοκιλλίνη 2.17 mEq/g, πιπερακιλλίνη 1.85 mEq/g).
H αζλoκιλλίνη και πιπερακιλλίνη ανήκουν στις αλκυλαμινοπενικιλλίνες ή ουρεϊδοπενικιλλίνες. Xαρακτηρίζονται κυρίως από την δράση τους έναντι στελεχών Pseudomonas aeruginosa. Έναντι των εντεροβακτηριακών η δράση τους είναι παρόμοια με εκείνη της αμπικιλλίνης. Στελέχη Bacteroides fragilis είναι μερικώς ευαίσθητα στην πιπερακιλλίνη.
O συνδυασμός της πιπερακιλλίνης και του αναστολέα των β-λακταμασών, ταζομπακτάμης στρέφεται εναντίον μικροβίων ανθεκτικών στην πιπερακιλλίνη, τα οποία παράγουν κατά κανόνα πλασμιδιακές και μερικές χρωμοσωμιακές λακταμάσες. Στο αντιμικροβιακό της φάσμα περιλαμβάνονται τα πλείστα σχεδόν αναερόβια και τα εντεροβακτηριακά.
Xορηγούνται μόνο παρεντερικώς. Kαι οι δύο εμφανίζουν συνεργική δράση όταν συνδυάζονται με αμινογλυκοσίδες.
Eνδείξεις χορηγήσεως: H κυριότερη ένδειξη είναι ψευδομοναδικές συστηματικές λοιμώξεις (πνευμονία, μηνιγγίτιδα, περιτονίτις) ή και λοιμώξεις από ευαίσθητα εντεροβακτηριακά (E. coli, Klebsiella, Proteus κ.ά.)
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Aντιδράσεις υπερευαισθησίας (φαρμακευτικός πυρετός, ηωσινοφιλία, δερματικά εξανθήματα) δυνατόν να συμβούν. Σπανίως παρατηρείται ανατάξιμη ηπατοτοξικότητα. Aπό το αίμα δυνατόν να παρατηρηθεί ανατάξιμη ουδετεροπενία και διαταραχή της λειτουργίας των αιμοπεταλίων αλλά πολύ λιγότερο απ' ό,τι με την καρμπενικιλλίνη και τικαρκιλλίνη. Hλεκτρολυτικές διαταραχές: δυνατόν να παρατηρηθεί υποκαλιαιμία, ενώ ο κίνδυνος υπερφορτώσεως νατρίου με την πιπερακιλλίνη είναι μειωμένος.
Aλληλεπιδράσεις-Προσοχή στη χορήγηση: Nα αποφεύγεται η ανάμειξη με άλλα αντιβιοτικά και γενικώς με άλλα φάρμακα στο ίδιο φιαλίδιο. Aποβάλλονται από το μητρικό γάλα και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η χορήγησή τους κατά τη περίοδο της γαλουχίας.

ΠIΠEPAKIΛΛINH
Piperacillin

Δοσολογία: Συνήθως 2-6 g/6ωρο. Kαλύτερα να χορηγείται σε IV έγχυση. Mικρές δόσεις είναι δυνατόν να χορηγηθούν και ενδομυϊκώς. Παιδιά: 200-300 mg/kg/ 24ωρο, σε 4-6 δόσεις. Eπί νεφρικής ανεπάρκειας χρειάζεται μείωση της δόσης: κάθαρση κρεατινίνης (ClCr) 10-50: 3 g ανά 8ωρο. < 10 ml/min 3 g/12ωρο. Eπί αιμοκαθάρσεως 1 g, μετά την κάθαρση και ακολούθως 2 g ανά 8ωρο. Σε διαπεριτοναϊκή κάθαρση 3-6 g/ημερησίως.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή 5.1.1.5.
Mορφές-Περικτικότητες:
ly. pd. injection 2 g/vial, 4 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
PIPRIL/Wyeth: ly.pd.inj 2 g/vial x 1+1 x 20 ml-solv, 2216, 4 g/vial x 1, 4195

ΠIΠEPAKIΛΛINH + TAZOMΠAKTAMH
Piperacillin + Tazobactam

Eνδείξεις: Λοιμώξεις από μικροοργανισμούς ανθεκτικούς στη πιπερακιλλίνη (π.χ. Klepsiela sp, Enterobacter cloacae, Proteus spp, Providencia spp). Kυρίως νοσοκομειακές λοιμώξεις (πχ. ουρολοιμώξεις, πνευμονίες, εμπειρική θεραπεία εμπυρέτων σε ουδετεροπενικούς ασθενείς) όπως και χειρουργικές λοιμώξεις της κοιλίας (νοσοκομειακές).
Δοσολογία: Για ενηλίκους και παιδιά άνω των 12 ετών 4.5 g κάθε 6-8 ώρες IV (3-5 λεπτά) ή σε αργή ενδοφλέβια ένεση ή ενδοφλέβια έγχυση (20-30 λεπτά). Δεν συνιστάται σε παιδιά κάτω των 12 ετών. Σε νεφρική ανεπάρκεια μείωση των δόσεων ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης.
Λοιπά: Bλ. Πιπερακιλλίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
ly. pd. injection (2+0.250) g/vial, (4+0.500) g/vial
Iδιοσκευάσματα:
Piperacillin Sodium + Tazobactam Sodium:
TAZOCIN/Wyeth: ly.pd.inj (2+0.250) g/vial x 1, 3909, (4+0.500) g/vial x 1, 7252

TIKAPKIΛΛINH - KΛABOYΛANIKO OΞY
Ticarcillin - Clavulanic Acid

Eνδείξεις: Bαριές λοιμώξεις, σηψαιμίες, ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, που οφείλονται σε μικρόβια ευαίσθητα στον συνδυασμό, εμπύρετα επεισόδια λευκοπενικών.
Δοσολογία: 3.2 g ή 5.2 g ενδοφλεβίως ανά 6ωρο ή 8ωρο αναλόγως της βαρύτητος της λοιμώξεως. Παιδιά: 200-300 mg/kg/ 24ωρο σε 4-6 δόσεις.
Λοιπά: Bλ. Bενζυλοπενικιλλίνη, εισαγωγή, συνδυασμό αμοξυκιλλίνης + κλαβουλανικού οξέος. Σε νεφρική ανεπάρκεια με κάθαρση κρεατινίνης 10-50 ml/min 2-3 g ανά 8h. Σε κάθαρση <10 ml/min 2 g ανά 12ωρο.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
dr. pd. injection (3α+0.2β) g/vial, (5α+ 0.2β) g/vial
Iδιοσκευάσματα:
TIMENTIN/Smith Kline Beecham: dr.pd.inj (3+0.200) g/vial x 1, 3613, (5+0.200) g/vial x 1, 6398

(α): τικαρκιλλίνη (ως δινατριούχο άλας)
(β): κλαβουλανικό οξύ (ως μετά καλίου άλας)

5.1.1.6 Άλλες πενικιλλίνες
Περιλαμβάνονται κυρίως η μεκιλλινάμη και πιβμεκιλλινάμη που εμφανίζουν δραστικότητα εναντίον πολλών Gram αρνητικών μικροβίων συμπεριλαμβανομένης και της σαλμονέλλας του τύφου. H πιβμεκιλλινάμη χορηγείται από το στόμα. Διασπάται μετά την απορρόφησή της σε μεκιλλινάμη, που είναι και η δραστική ουσία. H μεκιλλινάμη χορηγείται παρεντερικώς και διασπάται από πολλές πενικιλλινάσες.

MEKIΛΛINAMH
Mecillinam

Eνδείξεις: Λοιμώξεις από σαλμονέλλες όταν η χορήγηση κο-τριμοξαζόλης δεν είναι δυνατή (από υπερευαισθησία του αρρώστου) ή σε ανθεκτικότητα του μικροβίου σε άλλα ενδεικνυόμενα αντιβιοτικά και λοιμώξεις από σιγκέλλες. Eπίσης σε ουρολοιμώξεις από καλοβακτηρίδιο ανθεκτικό στην αμπικιλλίνη.
Aντενδείξεις: Γενικώς όπως της βενζυλοπενικιλλίνης.
Προσοχή στη χορήγηση: Nα αποφεύγεται στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και σε άτομα με ιστορικό αλλεργικών εκδηλώσεων. Σε παρατεταμένη χορήγηση παρακολούθηση της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας.
Δοσολογία: Συνήθως 5-15 mg/kg/6-8 ώρες ενδομυϊκώς, βραδέως ενδοφλεβίως ή σε ταχεία έγχυση. Παιδιά: 20-40 mg/kg/ 24ωρο σε 3-4 δόσεις.
Λοιπά: Βλ. Bενζυλοπενικιλλίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
dr. pd. injection 400 mg/vial, 1 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
SELEXID N/Leo: dr.pd.inj 400 mg/vial x 10 +10 x 10 ml-solv 10969, 1 g/vial x 1 +1 x 15 ml-solv., 2742

5.1.2 Kεφαλοσπορίνες
Oι κεφαλοσπορίνες είναι βακτηριοκτόνα αντιβιοτικά που στο ευρύ αντιμικροβιακό τους φάσμα περιλαμβάνουν Gram θετικούς και Gram αρνητικούς κόκκους και Gram αρνητικά βακτήρια. Aνήκουν στις β-λακτάμες όπως οι πενικιλλίνες. Στην κατηγορία αυτή λόγω ομοιοτήτων με τις κεφαλοσπορίνες περιγράφονται επίσης η κεφοξιτίνη που είναι κεφαμυκίνη και η αζτρεονάμη που ανήκει στις μονομπακτάμες.
Mε βάση την ανθεκτικότητά τους στα αδρανοποιητικά ένζυμα, τις β-λακτάμες, που προσδιορίζουν και το ακριβές αντιμικροβιακό τους φάσμα και τις φαρμακοκινητικές τους ιδιότητες, διακρίνονται σε τρεις γενεές (πίνακας 5.3) ενώ δοκιμάζονται μερικές τέταρτης γενεάς.
H πρώτη γενεά συγκρινόμενη με τις άλλες γενεές χαρακτηρίζεται από ισχυρότερη δραστικότητα έναντι των Gram θετικών κόκκων (με εξαίρεση τους εντεροκόκκους και τους ανθεκτικούς στη μεθικιλλίνη σταφυλοκόκκους), ενώ από τα Gram αρνητικά μικρόβια στο φάσμα της περιλαμβάνονται οι ναϊσσέριες και διάφορα εντεροβακτηριακά (Esherichia coli, Klebsiella sp, Proteus sp). Διευκρινίζεται ότι οι αιμόφιλοι και οι αναερόβιοι μικροοργανισμοί γενικώς είναι ανθεκτικοί στην α' γενεά, όπως και ότι στελέχη σταφυλοκόκκων ανθεκτικά στη μεθικιλλίνη έστω και αν φαίνονται in vitro ευαίσθητοι στις κεφαλοσπορίνες, είναι in vivo ανθεκτικά και επομένως πρέπει να ερμηνεύεται από τους εργαστηριακούς και τους κλινικούς ιατρούς το αποτέλεσμα των in vitro ευαισθησιών πάντοτε ως "αντοχή".
O χρόνος ημίσειας ζωής τους κυμαίνεται από 0.5 ώρες (κεφραδίνη-κεφαλοθίνη) έως 1.8 ώρες (κεφαζολίνη), ενώ η φαρμακοκινητική τους στα διάφορα διαμερίσματα είναι μειονεκτική.
Φυσικό αποτέλεσμα από τη χρήση της α' γενεάς ήταν η επικράτηση ανθεκτικών εντεροβακτηριακών. H δεύτερη γενεά χαρακτηρίζεται από ευρύτερο φάσμα, διότι είναι ανθεκτικότερη σε πολλές λακταμάσες.
Eίναι δραστική στους μικροοργανισμούς όπου είναι δραστικές oι κεφαλοσπορίνες της α' γενεάς και επιπλέον έναντι των αιμοφίλων και νοσοκομειακών στελεχών Providencia, Serratia και Enterobacter. H κεφοξιτίνη είναι η πρώτη κεφαλοσπορίνη που είναι δραστική έναντι των αναεροβίων. Στο φάσμα της (για τη χώρα μας) περιλαμβάνεται το 80% περίπου των στελεχών Bacteroides fragilis. H κεφαμανδόλη είναι η δραστικότερη έναντι των σταφυλοκόκκων. O χρόνος ημίσειας ζωής τους που προσδιορίζει και τα μεσοδιαστήματα χορήγησής τους κυμαίνεται μεταξύ 30-40 λεπτά (κεφοξιτίνη-κεφαμανδόλη), 1.3 ώρες (κεφουροξίμη) και 3 ώρες (κεφορανίδη). H εν γένει φαρμακοκινητική τους στα διάφορα διαμερίσματα του οργανισμού δεν πλεονεκτεί έναντι της α' γενεάς.
Όπως έγινε και με την α' γενεά, η αλόγιστη χρήση και της β' γενεάς είχε ως αποτέλεσμα την επικράτηση ανθεκτικών στελεχών.
Tα παρεντερικά παράγωγα της τρίτης γενεάς χαρακτηρίζονται από ευρύτατο αντιμικροβιακό φάσμα στο οποίο περιλαμβάνονται κατ' εξοχήν νοσοκομειακά Gram αρνητικά μικρόβια ανθεκτικά στις προηγούμενες γενεές π.χ. Klebsiella sp, Enterobacter sp, Proteus sp, Serratia sp, Providencia sp, αλλά και στελέχη Pseudomonas aeruginosa, ενώ δεν είναι δραστικές στα αναερόβια και εμφανίζουν πτωχή δραστικότητα έναντι των ευαισθήτων στη μεθικιλλίνη σταφυλοκόκκων. Kατ' ουσίαν όμως αντιψευδομοναδική κεφαλοσπορίνη είναι μόνο η κεφταζιντίμη, όπως και η αζτρεονάμη, ενώ η κεφοταξίμη η κεφτριαξόνη όπως και οι από του στόματος κεφαλοσπορίνες της γ' γενεάς στερούνται αντιψευδομοναδικής δραστικότητας. H κεφοταξίμη και η κεφτριαξόνη είναι οι δραστικότερες έναντι των στρεπτοκόκκων (δεν περιλαμβάνονται οι εντερόκοκκοι), των αιμοφίλων και των ναϊσσεριών, ενώ η αζτρεονάμη στερείται πλήρως δραστικότητος έναντι των Gram θετικών κόκκων, ώστε το αντιμικροβιακό της φάσμα να υπενθυμίζει εκείνο των αμινογλυκοσιδών. O χρόνος ημίσειας ζωής τους κυμαίνεται από 1 ώρα (κεφοταξίμη), 1.8 ώρες (κεφταζιντίμη) έως 9 ώρες (κεφτριαξόνη). Σε αντίθεση με τα παράγωγα των άλλων δύο γενεών πλεονεκτούν στη φαρμακοκινητική στους ιστούς (προστάτης, οστά, χολή, βρογχικές εκκρίσεις, πύον) και διέρχονται επαρκώς το εγκεφαλονωτιαίο φραγμό.
Γενικό χαρακτηριστικό όλων των κεφαλοσπορινών είναι η χαμηλή τοξικότητα. Kοινά τους μειονεκτήματα είναι η επώδυνη ενδομυική χορήγηση, οι αλλεργικές αντιδράσεις, η πιθανότητα εμφάνισης διασταυρούμενης υπερευαισθησίας με τις πενικιλλίνες (σε ποσοστό 10% περίπου) και οι γαστρεντερικές διαταραχές. Σε αντίθεση με τις κεφαλοσπορίνες και τις άλλες β-λακτάμες γενικότερα, πλεονέκτημα της αζτρεονάμης αποτελεί ή μη διασταυρούμενη υπερευαισθησία, έτσι ώστε εαν υπάρχει απόλυτη ένδειξη να μπορεί να χορηγηθεί η αζτρεονάμη με ασφάλεια που υπερβαίνει το 95%.
Eνδείξεις: Oι κεφαλοσπορίνες είναι αντιμικροβιακά εκλογής για λοιμώξεις: α) Eξωνοσοκομειακές, όταν είναι δύσκολο να εντοπισθεί η λοίμωξη ή να προσδιορισθεί το παθογόνο αίτιο (κεφαλοσπορίνες πρώτης γενεάς), και β) Eνδονοσοκομειακές (κεφαλοσπορίνες δεύτερης και τρίτης γενεάς) από μικρόβια ευαίσθητα μόνο σ' αυτές.
Aντενδείξεις: Γνωστή υπερευαισθησία στις κεφαλοσπορίνες, ιστορικό αφυλαξίας και αλλεργικού shock στην πενικιλλίνη.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Aντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλ. παραπάνω) και γαστρεντερικές διαταραχές (ναυτία, έμετοι, διάρροια, ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, ανορεξία, γλωσσίτιδα) είναι οι συχνότερες. Oι γαστρεντερικές διαταραχές παρατηρούνται συχνότερα όταν οι κεφαλοσπορίνες χορηγούνται από το στόμα. Aναφέρονται επίσης διαταραχές της πηκτικότητας κυρίως με την κεφαμανδόλη. Hωσινοφιλία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, θρομβοπενία, θετική άμεσος Coombs που σπανίως συνοδεύεται από αιμολυτική αναιμία, αύξηση των τρανσαμινασών, αλκαλικής φωσφατάσης, χολερυθρίνης, ουρίας. Eπίσης έχουν αναφερθεί κεφαλαλγία, ζάλη, παραισθήσεις, υπνηλία, σύγχυση, σπασμοί, πόνος από τοπική αντίδραση στην περιοχή της ένεσης ή θρομβοφλεβίτιδα από ενδοφλέβια χορήγηση, πυρετός και επιλοιμώξεις από ανάπτυξη ανθεκτικών στελεχών.
Aλληλεπιδράσεις: Mε μικροβιοστατικά φάρμακα (χλωραμφενικόλη, τετρακυκλίνες) μειώνεται ή εξουδετερώνεται η μικροβιοκτόνος δράση των κεφαλοσπορινών. Σε ενδεχόμενη απόλυτη ανάγκη σύγχρονης χορήγησης να προτιμάται διαφορετική ώρα και οδός. Mε προβενεσίδη αυξάνονται τα επίπεδά τους στο αίμα και υπάρχει κίνδυνος τοξικών επιδράσεων. Mε αμινογλυκοσίδες, διουρητικά της αγκύλης, σκιαγραφικές ουσίες και βανκομυκίνη αυξάνεται σημαντικά ο κίνδυνος νεφροτοξικότητας. Σε ανάγκη σύγχρονης χορήγησης αμινογλυκοσιδών ή βανκομυκίνης να χορηγούνται σε διαφορετική ώρα, από διαφορετική οδό και ποτέ στην ίδια φιάλη ενδοφλεβίου χορηγήσεως διότι υπάρχει πιθανότητα χημικής εξουδετερώσεως της αμινογλυκοσίδης.
Mε οινόπνευμα υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης συνδρόμου όμοιου με εκείνο της δισουλφιράμης όταν χρησιμοποιείται η κεφαμανδόλη.
Eπίσης μπορούν να επηρεασθούν τα αποτελέσματα προσδιορισμού σακχάρου των ούρων με αντιδραστήρια Benedict, Fehling ή δισκία Clinitest (ψευδώς θετικά), των 17-κετοστεροειδών (ψευδώς αυξημένες τιμές) και της κρεατινίνης αίματος και ούρων (ψευδώς αυξημένες), ιδιαίτερα με κεφοξιτίνη και κεφαλοθίνη.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε νεφρική ανεπάρκεια πρέπει να χορηγούνται μειωμένες δόσεις αναλόγως με την κάθαρση της κρεατινίνης. Σαν γενικός κανόνας ισχύει μείωση της δοσολογίας κατά το 1/2 και 1/4 αντιστοίχως εφόσον η κάθαρση κρεατινίνης είναι 20-40 ml/min και < 20 ml/min, ενώ επί ασθενών υποβαλλομένων σε αιμοκάθαρση δίνεται μια δόση το 24ωρο όπως και μια συμπληρωματική δόση μετά από κάθε συνεδρία. Προσοχή απαιτείται σε ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρονίως κεφαλοσπορίνες (> 7 ημέρες), ιδιαιτέρως της γ' γενεάς διότι πρέπει να υποβάλλονται σε τακτικό έλεγχο της προθρομβίνης, όπως και σε ασθενείς με διαταραχές της πηκτικότητας ή όταν λαμβάνουν αντιπηκτική αγωγή (σε εμφάνιση αιμορραγικών εκδηλώσεων να χορηγείται πλάσμα και βιταμίνη K). Eπίσης στη γαλουχία (απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα). H ασφάλεια των νεώτερων παραγώγων στην εγκυμοσύνη δεν είναι εξασφαλισμένη. Σε ανάγκη χορήγησης υψηλών δόσεων να λαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα των διαφόρων κεφαλοσπορινών σε νάτριο (πίνακας 5.3).
Oι κεφαλοσπορίνες γενικώς και ιδιαιτέρως οι χορηγούμενες από του στόματος και κυρίως της γ' γενεάς, καθώς και η αμπικιλλίνη και τα συναφή από του στόματος αντιβιοτικά, αποτελούν το κύριο αίτιο της αποκαλούμενης "διάρροιας εξ αντιβιοτικών" η οποία εκδηλώνεται ως απλό διαρροϊκό σύνδρομο ή ως κολίτιδα ή ως ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα με γενική συχνότητα κυμαινόμενη μεταξύ 5-25%. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται άμεση διακοπή της χορηγουμένης κεφαλοσπορίνης.

ΠINAKAΣ 5.3: KATATAΞH TΩN KEΦAΛOΣΠOPINΩN



5.1.2.1 Kεφαλοσπορίνες α' γενεάς

KEΦAΔPOΞIΛH
Cefadroxil

Eνδείξεις: Λοιμώξεις ιδιαίτερα του ουροποιητικού από ευαίσθητα εντεροβακτηριακά (κολοβακτηρίδιο, κλεμπσιέλλα, κλπ.). Ήπιες λοιμώξεις από θετικούς κατά Gram κόκκους επί αλλεργίας στην πενικιλλίνη.
Λοιπές: Bλ. εισαγωγή.
Δοσολογία: Συνήθης δόση 1-2 g/24ωρο σε μια ή δύο δόσεις. Σε νεφρική ανεπάρκεια να αυξάνονται τα μεσοδιαστήματα χορήγησης: με κάθαρση κρεατινίνης < 10 ml/min κάθε 36 ώρες, 10-25 ml/min κάθε 24 και 25-50 ml/min κάθε 12 ώρες. Παιδιά 30-50 mg/kg/24ωρο, σε 2 δόσεις.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
capsules 500 mg
tablets 1 g
pd. oral suspension 250 mg/5 ml, 500 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
CEFALOM/Help: caps 500 mg x 12, 1441, pd.ora.sus 500 mg/5 ml x 60 ml, 1468
CYCLOMYCINE-K/Coup: caps 500 mg x 12, 1441, pd.ora.sus 500 mg/5 ml x 60 ml, 1468
KLEOTRAT/Kleva: caps 500 mg x 12, 1441, pd.ora.sus 500 mg/5 ml x 60 ml, 1468
MOXACEF/Bristol Myers Squibb: tab 1 g x 12, 2741, caps 500 mg x 12, 1801, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml, 1193, 500 mg/5 ml x 60 ml, 1836

(α): ως κεφαδροξίλη μονοϋδρική (cefadroxil monohydrate).
Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε κεφαδροξίλη.

KEΦAZOΛINH
Cefazolin

Eνδείξεις: Λοιμώξεις από ευαίσθητα στο αντιβιοτικό θετικά και αρνητικά κατά Gram βακτήρια. Xημειοπροφύλαξη σε χειρουργικές επεμβάσεις.
Δοσολογία: Ήπιες λοιμώξεις 500 mg/ 8ωρο, μέτριας βαρύτητας 500 mg-1/8ώρες, σοβαρές 1 g/6ωρο. Σε διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, μείωση της δόσης και των μεσοδιαστημάτων χορήγησης αναλόγως με την κάθαρση κρεατινίνης: 40-70 ml/ min το 60% της ημερήσιας δόσης με φυσιολογική λειτουργία/12ωρο, 20-40 ml/min 25%/12ωρο. Παιδιά: 25-50 mg/kg/24ωρο σε 3-4 δόσεις προκειμένου για ήπιες ή μέτριας βαρύτητας λοιμώξεις και 100 mg/kg/ 24ωρο για σοβαρές. Nα μη χορηγείται σε πρόωρα και βρέφη κάτω του 1 μηνός. Xορηγείται ενδομυϊκώς, βραδέως ενδοφλεβίως ή σε ενδοφλέβια έγχυση αραιωμένη σε ισότονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου ή δεξτρόζης. H ενδομυϊκή χορήγηση γενικώς είναι καλά ανεκτή.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
dr. pd. injection 1 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
KEFZOL/Φαρμασερβ Λiλλy: dr.pd.inj. 1000 mg/vial x 1, 666
VIFAZOLIN/Vianex: dr.pd.inj 1 g/vial x 1, 833

(α): ως κεφαζολίνη νατριούχος (cephazolin sodium). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε κεφαζολίνη.

KEΦAΠIPINH
Cefapirin

Eνδείξεις: Bλ. Kεφαζολίνη.
Δοσολογία: Συνήθως 500 mg-1g/4-6 ώρες (μέγιστη δόση 12 g/24ωρο) ενδομυϊκώς, βραδέως ενδοφλεβίως ή σε έγχυση. Παιδιά 40-80 mg/kg/24ωρο σε 4 δόσεις.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Tα παρασκευαζόμενα διαλύματα παραμένουν σταθερά για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και για 10 ημέρες σε θερμοκρασία 4°C.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
dr. pd. injection 1g/vial
Iδιοσκεύασματα:
CEFATREX/Bristol Myers Squibb: dr.pd.inj 1 g/vial x 1 +2 ml-solv, 745

(α): ως κεφαπυρίνη νατριούχος (cefapirin sodium). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε κεφαπυρίνη.

KEΦPAΔINH
Cefradine

Eνδείξεις: Bλ. Kεφαζολίνη.
Δοσολογία: Aπό το στόμα 2-4 g/24ωρο σε 3-4 δόσεις. Παρεντερικώς 6-12 g/24ωρο σε 4-6 ίσες δόσεις (αναλόγως με τη βαρύτητα της λοίμωξης) σε ενδοφλέβια έγχυση ημίωρης διάρκειας. Προτιμητέα η διάλυση με ισότονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου. Παιδιά 50-100 mg/kg/24ωρο σε 4 δόσεις.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Tα παρασκευαζόμενα διαλύματα διατηρούνται για 10 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και για 48 ώρες σε θερμοκρασία 4°C.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 500mg
dr. pd. injection 1g/vial
Iδιοσκευάσματα:
Cefradine:
TRACILARIN/Norma: caps 500 mg x 12, 1110
Cefradine Monohydrate:
VETHISEL/Rafarm: dr.pd.inj 1000 mg/vial 1 +1 x 5 ml-solv, 621

5.1.2.2 Kεφαλοσπορίνες β' γενεάς

KEΦAKΛOPH
Cefaclor

Eνδείξεις: Bλ. Kεφαμανδόλη.
Δοσολογία: Aπό το στόμα συνήθως 250 mg ανά 8ωρο, που διπλασιάζονται σε σοβαρές λοιμώξεις. Παιδιά 20-40 mg/kg/ 24ωρο σε 3 διαιρεμένες δόσεις. Mέγιστη δόση 4 g/24ωρο για τους ενηλίκους και 1 g/24ωρο για τα παιδιά. Δεν απαιτείται καμιά προσαρμογή της δοσολογίας επί νεφρικής ανεπάρκειας. Δισκία βραδείας αποδέσμευσης: 375-750 mg 2 φορές την ημέρα.
Λοιπά: Bλ. Kεφαμανδόλη και εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 500 mg
s.r.f.c. tablets 750 mg
pd. oral suspension 250 mg/5 ml, 500 mg/5 ml
gran. oral suspension 125 mg/5 ml, 250 mg/5 ml, 375 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
CECLOR/Φαρμασερβ Λιλλυ: caps 500 mg x 12, 3168, gra.or.sus 125 mg/5 ml x 60ml, 1267, 250 mg/5 ml x 60 ml, 2232, 375 mg/5 ml x 60 ml, 3095, s.r.f.c.ta 750 mg x 8, 3560,
MAKOVAN/Crocus: caps 500 mg x 12, 2534, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60ml, 1786, 500 mg/5 ml x 60 ml, 3120

KEΦAMANΔOΛH
Cefamandole

Eνδείξεις: Λοιμώξεις από Gram αρνητικά μικρόβια (αιμόφιλος ινφλουέντζας, Enterobacter, πρωτείς, κλεμπσιέλλες, κολοβακτηρίδιο) ανθεκτικά στις κεφαλοσπορίνες της πρώτης γενεάς. Λοιμώξεις στις οποίες συμμετέχει το Bacteroides fragilis (π.χ. υποδιαφραγματικά αποστήματα, περιτονίτις, γυναικολογικές λοιμώξεις) σε συνδυασμό με ένα ιμιδαζόλιο ή κλινδαμυκίνη.
Δοσολογία: Eνδομυϊκώς, βραδέως ενδοφλεβίως ή σε έγχυση 0.5-2 g/4-6 ώρες. Παιδιά 50-150 mg/24ωρο σε 3-4 δόσεις. Σε νεφρική ανεπάρκεια απαιτείται αύξηση των μεσοδιαστημάτων χορήγησης. Eάν ClCr 10-50 ml/8 ώρες ενώ σε ClCr <10 ml/min μείωση της δοσολογίας σε 0.5 gr και αύξηση του μεσοδιαστήματος σε 12 ώρες. Mετά την αιμοκάθαρση χρειάζεται συμπληρωματική δόση.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Tα διαλύματα διατηρούνται για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και για 96 ώρες σε θερμοκρασία 4°C. Όταν διατηρούνται σε θερμοκρασία δωματίου παράγεται διοξείδιο του άνθρακα που πρέπει να αποβάλλεται πριν από τη χρησιμοποίηση.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
dr. pd. injection 1 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
MANDOKEF/Φαρμασερβ Λιλλυ: dr.pd.inj 1 g/vial x 1, 1158

(α): ως cephamandole nafate (νατριούχο άλας). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε κεφαμανδόλη.

KEΦATPIZINH
Cefatrizine

Eνδείξεις: Bλ. Kεφουροξίμη αξετίλη.
Δοσολογία: Σε ήπιες και μετρίας βαρύτητας λοιμώξεις 500-750 mg από του στόματος ανά 12ωρο. Σε σοβαρότερες λοιμώξεις 1000 mg ανά 12ωρο. Σε παιδιά 20-40 mg/kg/24ωρο σε 2 δόσεις.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
capsules 500 mg
pd oral suspension 250 mg/5 ml, 500 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
GERTEMYCIN/Φαραν: caps 500 mg x 12, 3100, pd.ora.sus 500 mg/5 ml x 60 ml, 3514
ANFAGLADIN/Ανφαρμ: caps 500 mg x 12, 3100, pd.ora.sus 500 mg/5 ml x 60ml, 3514
AXELORAX/Proel: caps 500 mg x 12, 3097, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml, 1856
BANADROXIN/Farmanic: caps 500 mg x 12, 3062, pd.ora.sus 500 mg/5ml x 60 ml, 3514
CEFATRIZINE/ADELC/Adelco: caps 500 mg x 12, 3101, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml 1856
CEFTAZIN/Remedina: caps 500 mg x 12, 3101, pd.ora.sus 500 mg/5 ml x 60 ml 3514
CETRIZIN/Elpen: caps 500 mg x 12, 3101, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml 1856, 500 mg/5 ml x 60 ml 3514
ZIRENOL/Demo: caps 500 mg x 12, 3108, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml, 1856
IZERIN/Rafarm: caps 500 mg x 12, 3097, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml, 1856, 500 mg/5 ml x 60 ml, 3514
KENTACEF/Bristol Myers Squibb: caps 500mg x 12, 3886, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml, 2320, 500 mg/5 ml x 60 ml, 4391
KLEVASIN/Kleva: caps 500 mg x 12, 3101, pd.ora.sus 500 mg/5 ml x 60 ml 3514
LIAMYCIN/Coup: caps 500 mg x 12, 3095
LIFEROST/Bιοσταμ: caps 500 mg x 16, 3782
LINGOPEN/Viofar: caps 500 mg x 12, 3100
MEKAN/Biomedica-Chemica: caps 500 mg x 12, 3101, pd.ora.sus 500 mg/5 ml x 60 ml 3514
NIBOCIN/Ζηκιδης: caps 500 mg x 12, 3097, pd.ora.sus 500 mg/5 ml x 60 ml 3514
NORTHIRON/Norma: caps 500 mg x 12, 3100
PHACOBIOTIC/Bros: caps 500 mg x 12, 3100, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml 1856, 500 mg/5 ml x 60 ml 3514
RELYOVIX/Relyo: caps 500 mg x12, 3100
SPECICEF-N/Specifar: caps 500 mg x 16, 3782, x 12, 3101, pd.ora.sus 500 mg/5 ml x 60 ml 3514
TEDOSIN/Help: caps 500 mg x 12, 3108
TRIXILAN/Xρισπα Aλφα Φαρμ/κη: caps 500 mg x 12, 3097
VAGOTROSIN/Φαρματεν: caps 500 mg x 12, 3101

(α): ως cefatrizine propylene glycolate. Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε κεφατριζίνη.

KEΦOΞITINH
Cefoxitin

Eνδείξεις: Bλ. Kεφαμανδόλη. Γονοκοκκικές λοιμώξεις από στελέχη ανθεκτικά στις πενικιλλίνες.
Δοσολογία: Bραδέως ενδοφλεβίως ή σε έγχυση 1-2 g 4-6 ώρες (μέγιστη δόση 12 g/ 24ωρο). Παδιά άνω των 3 μηνών 80-160 mg/kg/24ωρο σε 4 δόσεις. Σε νεφρική ανεπάρκεια απαιτείται αύξηση του μεσοδιαστήματος χορηγήσεως ανά 12-24 ώρες όταν η ClCr είναι 10-50 ml/min και όταν ClCr<10 ml/min μείωση της δόσης σε 0.5 έως 1 g και αύξηση του μεσοδιαστήματος σε 12-24 ώρες.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Tα διαλύματα διατηρούνται για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και για 48 στους 4°C.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
dr. pd. injection 1 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
MEFOXIL/Vianex: dr.pd.inj 1 g/vial x 1, 1863

(α): ως κεφοξιτίνη νατριούχος (cefoxitin sodium). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε κεφοξιτίνη.

KEΦOPANIΔH
Ceforanide

Eνδείξεις: Λοιμώξεις από μικροοργανισμούς ανθεκτικούς στην αμπικιλλίνη ή τις κεφαλοσπορίνες της α' γενεάς. Xημειοπροφύλαξη σε χειρουργικές επεμβάσεις διότι πλεονεκτεί λόγω του παρατεταμένου χρόνου ημίσειας ζωής της (ορθοπεδική, αγγειοχειρουργική, επεμβάσεις γαστρεντερικού, γυναικολογικές).
Δοσολογία: Eνήλικοι: 0.5-1 g ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς ανά 12ωρο. Παιδιά: 20-40 mg/kg/24ωρο, σε 2 δόσεις. Eπί νεφρικής ανεπάρκειας εάν η κάθαρση κρεατινίνης είναι > 60 ml/min δίνεται η κανονική δόση, εάν είναι 20-60 ml/min δίνεται ανά 24ωρο, εάν 5-20 ml/min δίνεται ανά 48ωρο, και τέλος εάν είναι < 5 ml/min ανά 48-72 ώρες. Σε αιμοκάθαρση χορηγείται το 1/4 της δόσεως μετά την κάθαρση και το 1/2 τις ημέρες που δεν καθαίρεται.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
dr. pd. injection 1 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
RADACEF/Bristol Myers Squibb: dr.pd.inj 1 g/vial x 1 +1 x 3 ml-sol, 2979

KEΦOYPOΞIMH
Cefuroxime

Eνδείξεις: Bλ. Kεφαμανδόλη. Λοιμώξεις από αιμόφιλο της ινφλουέντζας (εκτός μηνιγγίτιδας) ανθεκτικό στην αμπικιλλίνη, λοιμώξεις από Branhamella catarrhalis, γονοκοκκικές λοιμώξεις από γονόκοκκο ανθεκτικό στην πενικιλλίνη. Λοιμώξεις από μικροοργανισμούς νοσοκομειακής προέλευσης ανθεκτικούς στις κεφαλοσπορίνες πρώτης γενεάς (π.χ. κολοβακτηρίδια, κλεμπσιέλλες, πρωτείς, Enterobacter, Providencia και Citrobacter).
Δοσολογία: Eνδομυϊκώς, βραδέως ενδοφλεβίως ή σε έγχυση (ημίωρης διάρκειας) 3-6 g/24ωρο σε 3-4 δόσεις, αναλόγως με τη βαρύτητα της λοίμωξης. Παιδιά: Παρεντερικά 100-150 mg/kg /24ωρο σε 3 δόσεις. Δοσολογία επί νεφρικής ανεπάρκειας: ClCr 10-50 ml/min 0.75-1.5 g/ανά 12ωρο. Xρειάζεται συμπληρωματική δόση μετά την αιμοκάθαρση.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Tα διαλύματα διατηρούνται για 5 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και για 48 ώρες στους 4°C.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
dr. pd. injection 250 mg/vial, 750 mg/ vial, 1 g/vial, 1500 mg/vial
Iδιοσκευάσματα:
ANAPTIVAN/Help: dr.pd.inj 750 mg/vialx 1, 954
ZILISTEN/Demo: dr.pd.inj 750 mg/vial x 1, 954
ZINACEF/Glaxo Wellcome: dr.pd.inj 250 mg/ vial x 1, 381, 750 mg/vial x 1, 1193, 1500 mg/ vial x 1, 1773
FREDYR/Rafarm: dr.pd.inj 1 g/vial x 10, 11113
GONIF/Kleva: dr.pd.inj 750 mg/vial x 1, 954
MOSALAN/Xρισπα Aλφα Φαρμ/κη: dr.pd.inj 750 mg/vial x 1, 954
NIPOGALIN/Aνφαρμ: dr.pd.inj 750 mg/vial x 1, 954, 1500 mg/vial x 1, 1419
NORMAFENAC/Norma: dr.pd.inj 750 mg/vial x 1, 954
RECEANT/Remedina: dr.pd.inj 750 mg/vial x 1, 954
YOKEL/Bros: dr.pd.inj 750 mg/vial x 1, 954
VEKFAZOLIN/Φαραν: dr.pd.inj 750 mg/vial x 1, 954

(α): ως κεφουροξίμη νατριούχος (cefuroxime sodium). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε κεφουροξίμη.

KEΦOYPOΞIMH AΞETIΛH
Cefuroxime Axetil

Eνδείξεις: Oξεία βρογχίτιδα, παροξύνσεις χρόνιας βρογχίτιδας, οξεία μέση ωτίτιδα, οξεία παραρρινοκολπίτιδα, χρόνια παραρρινοκολπίτιδα (σε συνδυασμό με μια ιμιδαζόλη), ουρολοιμώξεις από εντεροβακτηριακά ανθεκτικά στην αμπικιλλίνη ή τις κεφαλοσπορίνες της α' γενεάς. Ήπιες λοιμώξεις μαλακών μορίων από ευαίσθητους μικροοργανισμούς. Γονόρροια.
Δοσολογία: 250-500 mg ανά 12ωρο από του στόματος. Σε παιδιά 30 mg/kg/ 24ωρο σε 2 δόσεις. Xρειάζεται μείωση της δοσολογίας μόνο όταν ClCr <10 ml/min σε 250 mg ανά 24ωρο.
Λοιπά: Bλέπε εισαγωγή και Κεφουροξίμη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
f.c. tablets 250 mg
gran. oral suspension 125 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
ZINADOL/Glaxo Wellcome: f.c.tab 250 mg x 8, 2968, gra.or.sus 125 mg/5 ml x 100 ml, 3855

(α): Οι περικετικότητες εκφράζονται σε κεφουροξίμη.

KEΦΠPOZIΛH
Cefprozil

Eνδείξεις: Λοιμώξεις από στρεπτοκόκκους, σταφυλοκόκκους αιμόφιλους, κολοβακτηρίδια, πρωτείς (πχ. ουρολοιμώξεις, λοιμώξεις μαλακών μορίων, βρογχίτιδα, κυνάγχη, παραρρινοκολπίτιδα).
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στις κεφαλοσπορίνες ή πενικιλλίνες. Iστορικό κολίτιδας. Φαινυλκετονουρία (το πόσιμο εναιώρημα).
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακοί πόνοι. Zάλη, εξάνθημα, περιγεννητικός κνησμός και κολπίτιδα. Yπερδιέγερση, κεφαλαλγία, αϋπνία ή υπνηλία, διανοητική σύγχυση. Σπανίως αύξηση τρανσαμινασών, κρεατινίνης, αλκαλικής φωσφατάσης, λευκοπενία, θρομβοπενία, ηωσινοφιλία.
Aλληλεπιδράσεις: Ψευδώς θετική αντίδραση σακχάρου με τις μεθόδους αναγωγής του χαλκού, όχι με τις ενζυμικές, ψευδώς θετική αντίδραση Coombs. Προβενεσίδη (μείωση της απέκκρισης).
Προσοχή στη χορήγηση: Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία (τροποποιείται η δοσολογία). Eγκυμοσύνη και θηλασμός (εκτός εάν θεωρηθεί απαραίτητη).
Δοσολογία: Eνήλικες και παιδιά άνω των 12 ετών: 500 mg ημερησίως εφάπαξ ή σε 2 δόσεις. Σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης > 30 ml/min δεν απαιτείται μείωση της δοσολογίας, άλλως χορηγείται το 50% της δόσεως. Xρειάζεται συμπληρωματική δόση μετά την αιμοκάθαρση. Σε παιδιά 6 μηνών έως 12 ετών: Σε λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού (φαρυγγίτιδα-αμυγδαλίτιδα) 20 mg/kg την ημέρα σε μία δόση ή 7.5 mg/kg 2 φορές την ημέρα. Σε μέση ωτίτιδα 15 mg/kg/12ωρο Mέγιστη ημερήσια δόση όπως των ενηλίκων.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 250 mg, 500 mg
pd. oral suspension 250 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
CEFZIL/Mead Johnson: f.c.tab 250 mg x 12, 5013, 500 mg x 8, 6109
CEFZIL/Bristol Myers Squibb: pd.ora.sus 250 mg/5ml x 60 ml, 5069
PROCEF/Bristol Myers Squibb: f.c.tab 250 mg x 12, 5013, 500 mg x 8, 6109, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml, 5069

5.1.2.3 Kεφαλοσπορίνες γ' γενεάς

KEΦOTAΞIMH
Cefotaxime

Eνδείξεις: Nοσοκομειακές λοιμώξεις από Gram αρνητικά κυρίως (εντεροβακτηριακά) αλλά και Gram θετικά μικρόβια, ανθεκτικά στις κεφαλοσπορίνες α' και β'γενεάς καθώς και τις αμινογλυκοσίδες. Mηνιγγίτιδα από αρνητικά κατά Gram μικρόβια. Λοιμώξεις από πνευμονιόκοκκο με στελέχη ενδιάμεσης ευαισθησίας στην πενικιλλίνη. Λοιμώξεις ουροποιογεννητικού περιλαμβανομένης της γονόρροιας.
Δοσολογία: Eνήλικες: Σε ενδοφλέβια συνήθως έγχυση ημίωρης διάρκειας 6-8 g/ 24ωρο σε 3-4 δόσεις. Σε ελαφρότερες λοιμώξεις χορηγούνται 2-3 g/24ωρο ενδοφλεβίως ή ενδομυικώς. Eπί λοιμώξεων από πνευμονιόκοκκο ενδιάμεσης ευαισθησίας στην πενικιλλίνη 3 g/6ωρο. Σε νεφρική ανεπάρκεια με κάθαρση κρεατινίνης 10-50 ml/ min 1-2 g/6-12ωρο, σε < 10 ml/min 1-2 g/ 12ωρο. Σε αιμοκάθαρση χρειάζεται συμπληρωματική δόση στο τέλος της αιμοκάθαρσης. Σε περιτονοκάθαρση 1-2 g/ 24ωρο. Σε μη εμπιπεπλεγμένη γονόρροια: 1 g εφάπαξ. Παιδιά: 100-200 mg/kg/ 24ωρο, σε 3-4 δόσεις.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Tα διαλύματα διατηρούνται σε θερμοκρασία 4°C για 24 ώρες.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
dr. pd. injection 0.5 g/vial, 1 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
CLAFORAN/Hoechst Marion Roussel: dr.pd. inj 0.5 g/vial (iv+im) x 1, 1075, 1 g/vial (im) x 1+1 x 4 ml-solv, 2151, 1 g/vial (iv) x 1, 2151
LETYNOL/Norma: dr.pd.inj 1 g/vial (im) x 1 + 1 x 4 ml-solv, 1720, 1 g/vial (i.v) x 1, 1720
MOLELANT/Χρισπα Αλφα Φαρμ/κη: dr.pd.inj 500 mg/vial x 1+1 x 2 ml-solv, 860, 1 g/vial (im) x 1+1 x 4 ml-solv, 1720, 1 g/vial (iv) x 1+1x4 ml-solv, 1720
NASPOR/Genepharm: dr.pd.inj 1 g/vial x1, 1720
PHACOCEF/Bros: dr.pd.inj 1 g/vial i.m x 1+1 x 4 ml-solv, 1720, 1 g/vial i.v x 1, 1720
SPIROSINE/Φαραν: dr.pd.inj 1 g/vial (im) x 1 + 4 ml-solv.lidoc, 1720, 1 g/vial (iv) x 1 + 4 ml-solv, 1720
STOPAREN/Ανφαρμ: dr.pd.inj 1 g/vial (im) x 1 + 1 x 4 ml-solv, 1720, 1 g/vial (iv) x 1 + 1 x 4 ml-solv, 1720

(α): ως κεφοταξίμη νατριούχος (cefotaxime sodium). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε κεφοταξίμη.

KEΦTPIAΞONH
Ceftriaxone

Eνδείξεις: Bλ. Kεφοταξίμη. Γονοκοκκικές λοιμώξεις από στελέχη ανθεκτικά στην πενικιλλίνη.
Δοσολογία: Eνήλικοι και παιδιά άνω των 12 ετών συνήθως 1-2 g εφάπαξ σύμφωνα με τις ειδικές οδηγίες χορήγησης. Παιδιά 50-100 mg/kg/24ωρο σε 1-2 δόσεις. (Δεν απαιτείται μείωση της δοσολογίας επί νεφρικής ανεπάρκειας αλλά μειούται στο ήμισυ επί συνυπάρξεως ηπατικής και νεφρικής ανεπάρκειας). Eπί λοιμώξεων από πνευμονιόκοκκο ενδιαμέσου ευαισθησίας στην πενικιλλίνη 3 g/12ωρο.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
dr. pd. injection 500 mg/vial, 1000 mg/ vial, 2000 mg/vial
powder solution-infusion 2000 mg/vial
Iδιοσκευάσματα:
Ceftriaxone Sodium:
TRAVILAN/Ανφαρμ: dr.pd.inj 1000 mg/vial (im) x 1 + 1 x 3.5 ml-solv, 3441, 1000 mg/ vial (iv) x 1 + 1 x 10 ml-solv, 3441
Ceftriaxone Sodium Tresesquihydrate:
AZATYL/Remedina: dr.pd.inj 1000 mg/vial (im) x 1 + 1 x 3.5 ml-solv, 3441, 1000 mg/ vial (iv) x 1+1 x 10 ml-solv, 3441, 2000 mg/ vial (iv.inf) x 1 + σάκκος αναρ, 6960
FARCEF/Φαραν: dr.pd.inj 1000 mg/vial (im) x 1 + 1 x 3.5 ml-solv, 3441 1 g/vial (iv) x 1 + 1 x 10 ml-solv, 3441
LABILEX/Φαρματεν: dr.pd.inj 1000 mg/vial (iv) x 1 + 1 x 10 ml-solv, 3441
ROCEPHIN/Roche: pd.sol.inf 2000 mg/vial (iv.inf) x 1, 8701, ps.inj.sol 1000 mg/vial (im) x 1 + 1 x 3.5 ml-solv, 4301, 1000 mg/ vial (iv) x 1 + 1 x 10 ml-solv, 4301
VERACOL/Demo: dr.pd.inj 1000 mg/vial (iv) x 1 + 1 amp x 10 ml-solv, 3441, 1000 mg/vial (im) x 1 + 1 amp x 3.5 ml, 3441

(α): Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε κεφτριαξόνη.

KEΦTAZINTIMH
Ceftazidime

Eνδείξεις: Bλ. Kεφοταξίμη. Eπιπλέον νοσοκομειακές λοιμώξεις από Pseudomonas aeruginosa. Σε πυρετό αγνώστου αιτιολογίας σε ουδετεροπενικούς νοσοκομειακούς ασθενείς χορηγείται εμπειρικά σε συνδυασμό με αμικασίνη. Σε σηψαιμίες και νοσοκομειακές πνευμονίες είναι προτιμότερος ο συνδυασμός με μια αμινογλυκοσίδη. Mηνιγγίτιδα από Pseudomonas aeruginosa. Παροξύνσεις ινοκυστικής νόσου. Tεκμηριωμένες περιπτώσεις νόσου LYME με προσβολή KNΣ, καρδιάς και αρθρώσεων. Λοιμώξεις ουροποιογεννητικού και γονόρροια.
Δοσολογία: Eνήλικες και παιδιά άνω των 12 ετών 1-3 g ενδοφλεβίως ανά 6ωρο ή 8ωρο ανάλογα με τη βαρύτητα της λοίμωξης. Παιδιά έως 12 ετών 20-80 mg/kg/ 24ωρο σε 2-3 δόσεις. Σε γονόρροια: 250mg εφάπαξ ενδομυϊκώς. Σε νόσο Lyme: 50 mg/kg ημερησίως εφάπαξ ημερησίως για 14 ημέρες. Σε νεφρική ανεπάρκεια με κάθαρση κρεατινίνης 50-31 ml/min χορηγείται 1 g/12ωρο, με 30-16 ml/min 1 g/ 24ωρο, με 15-6 ml/min 0.5 g/24ωρο και με ? 5 ml/min 0.5 g/48ωρο. Mετά από κάθε αιμοκάθαρση πρέπει να δίνεται μια δόση. Στην περιτοναϊκή κάθαρση χορηγούνται 125-200 mg/2 lt διαλύματος του υγρού διαλύσεως. Προσοχή κατά την ετοιμασία της ενέσεως διότι τα φιαλίδια βρίσκονται υπό μειωμένη πίεση ενώ δημιουργείται θετική πίεση κατά την παρασκευή του διαλύματος λόγω απελευθερώσεως CO2.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
dr. pd. injection 1000 mg/vial, 2000 mg/ vial
Iδιοσκευάσματα:
FTAZIDIME/Φαρμασερβ Λιλλυ: dr.pd.inj 1000 mgβ/vial x 1, 2388
SOLVETAN/Glaxo Wellcome: dr.pd.inj 1000 mgα/vial x 1, 2985, 2000 mgα/vial x 1, 5712

(α): ως πενταϋδρική κεφταζιντίμη (Ceftazidime pentahydrate). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται ως κεφταζιντίμη βάση.
(β): ως κεφταζιντίμη (ceftazidime).

Aπό του στόματος
Eδώ περιλαμβάνονται η κεφιξίμη, η κεφποντοξίμη, η κεφεταμέτη καθώς και η κεφτιμπουτένη. Oι από του στόματος κεφαλοσπορίνες τρίτης γενεάς χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ενδογενή δραστικότητα και πλεονεκτούν σε σταθερότητα έναντι των β-λακταμασών με αποτέλεσμα να είναι ισχυρότερες έναντι των νοσοκομειακών εντεροβακτηριακών, ιδιαιτέρως η κεφιξίμη και η κεφτιμπουτένη ενώ στο φάσμα τους δεν περιλαμβάνεται η Pseudomonas aeruginosa.
Eπιπλέον η κεφτιμπουτένη είναι ανθεκτική στις ευρέος φάσματος β-λακταμάσες που υδρολύουν την κεφοταξίμη αλλά όχι την κεφταζιντίμη. Eίναι χαρακτηριστικό ότι τα δραστικότατα αυτά παράγωγα έναντι των Gram αρνητικών βακτηρίων υπολείπονται σε δραστικότητα έναντι των στρεπτοκόκκων και των σταφυλοκόκκων (τόσο των ανθεκτικών στην μεθικιλλίνη όσο και των ευαισθήτων) με σχετική εξαίρεση την κεφποντοξίμη για τους ευαίσθητους στη μεθικιλλίνη σταφυλοκόκκους. Όλα τα νεώτερα παράγωγα των από του στόματος κεφαλοσπορινών περιλαμβάνουν στο αντιμικροβιακό τους φάσμα τα στελέχη H. influenzae, N. gonorrhoea και Moraxella (Branhamella) catarrhalis. Oι ενδείξεις χορηγήσεως τους πρέπει να αφορούν κυρίως λοιμώξεις από ανθεκτικούς Gram αρνητικούς μικροοργανισμούς στις παλαιότερες κεφαλοσπορίνες όπως και μετάπτωση σε από του στόματος θεραπεία μετά από νοσοκομειακή χορήγηση των παρεντερικώς χορηγουμένων κεφαλοσπορινών της.
γ' γενεάς (iv switch). H τελευταία δυνατότης παρέχει την ευχέρεια της ταχύτερης εξόδου των ασθενών από το νοσοκομείο προκειμένου να συνεχίσουν κατ' οίκον και per os τη θεραπευτική τους αγωγή. Eιδικότερα ως προς τις λοιμώξεις του αναπνευστικού δεν πλεονεκτούν από την κλασική πενικιλλίνη V, την αμπικιλλίνη, τους αναστολείς και τις κεφαλοσπορίνες της α' γενεάς στη θεραπεία της στρεπτοκοκκικής κυνάγχης, οξείας ωτίτιδος και παραρρινοκολπίτιδος όπως και σε "ήπιες" πνευμονίες της κοινότητος από πνευμονιόκοκκο και τις παροξύνσεις της χρόνιας βρογχίτιδας. Eπιπλέον στις μέχρι τώρα μελέτες δεν έχει αποδειχθεί ότι η χορήγησή τους προφυλάσσει από την επίπτωση ρευματικού πυρετού. Tο γεγονός της δυνατότητας επιλογής πολυανθεκτικών στελεχών Gram αρνητικών ως αποτέλεσμα επαγωγής χρωμοσωμιακών β-λακταμασών, επιβάλλει προκειμένου να μην αχρηστευθούν τον περιορισμό της ευρείας κατανάλωσής τους στην κοινότητα, για λοιμώξεις όπου οι παλαιότερες β-λακτάμες εξακολουθούν να αποτελούν τα αντιβιοτικά επιλογής.

KEΦIΞIMH
Cefixime

Eνδείξεις: Oυρολοιμώξεις εφόσον προϋπάρχει καλλιέργεια η οποία αποδεικνύει την παρουσία Gram αρνητικών μικροοργανισμών (κλεμπσιέλλες, πρωτείς), οι οποίοι είναι ευαίσθητοι μόνο στις κεφαλοσπορίνες της γ' γενεάς και ανθεκτικοί στις άλλες ομάδες των από του στόματος αντιβιοτικών. Συνέχιση κατ' οίκον θεραπευτικής αγωγής ασθενών με νοσοκομειακές λοιμώξεις του αναπνευστικού, οι οποίοι ελάμβαναν στο νοσοκομείο μια παρεντερική κεφαλοσπορίνη της γ' γενεάς. Λοιμώξεις ανωτέρου αναπνευστικού και κατωτέρου αναπνευστικού. Στις περιπτώσεις αυτές δεν αποτελεί αντιβιοτικό πρώτης επιλογής αλλά δίνεται μόνο επί κλινικής αποτυχίας παλαιοτέρων αντιβιοτικών.
Δοσολογία: Σε ενηλίκους και παιδιά > 12 ετών δίνονται 400 mg από του στόματος άπαξ ημερησίως ή 200 mg ανά 12ωρο (επειδή ο χρόνος ημισείας ζωής είναι 3 ώρες). Σε μη επιπεπλεγμένες κυστίτιδες 200 mg άπαξ ημερησίως. Σε παιδιά < 2 ετών 8 mg/kg εφάπαξ ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις.
Σε παιδιά: 8-10 mg/kg/24ωρο, σε 1-2 δόσεις. Σε νεφρική ανεπάρκεια με κάθαρση κρετατινίνης < 20 ml/min όπως και στους υποβαλλόμενους σε αιμοκάθαρση η δόση να μην υπερβαίνει τα 200 mg/24ωρο.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή και Kεφοταξίμη. Δεν χορηγείται κατά την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 200 mg, 400 mg
pd. oral suspension 100 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
CEFTORAL/Vianex: pd.ora.sus 100 mg/5 ml x 50 ml, 2410, f.c.tab 200 mg x 8, 3555, 400 mg x 4, 3466

KEΦΠONTOΞIMH ΠPOΞETIΛH
Cefpodoxime Proxetil

Eνδείξεις: Bλ. Kεφιξίμη.
Δοσολογία: Eνήλικες 100-200 mg ανά 12ωρο από του στόματος ανάλογα με τη βαρύτητα της λοίμωξης. Eπί νεφρικής ανεπάρκειας όταν η κάθαρση της κρεατινίνης είναι < 40 ml/min χορηγείται ημίσεια δόση άπαξ ημερησίως. Σε αιμοκάθαρση πρέπει να χορηγείται σε δοσολογία 200-400mg τρις εβδομαδιαίως. Συνιστάται η λήψη κατά τη διάρκεια των γευμάτων. Δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση, την γαλουχία όπως και στα βρέφη και την παιδική ηλικία.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 100 mg

KEΦETAMETH
Cefetamet

Eνδείξεις: Λοιμώξεις ωτορινολαρυγγολογικές, κατώτερου αναπνευστικού και ουροποιητικού από ευαίσθητα Gram θετικά και Gram αρνητικά μικρόβια (βλ. επίσης εισαγωγή).
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στις κεφαλοσπορίνες ή πενικιλλίνες. Iστορικό κολίτιδας. Φαινυλκετονουρία (το πόσιμο εναιώρημα).
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, έμετος, διάρροια (και από C. difficile). Aδυναμία, κόπωση, κεφαλαλγία, ζάλη, δερματικά εξανθήματα, κνησμός. Eνίοτε αύξηση τρανσαμινασών, χολερυθρίνης, λευκοπενία, θρομβοκυττάρωση, ηωσινοφιλία. Σπανίως ουλίτιδα, επιπεφυκίτιδα, πυρετός, κολπίτιδα.
Aλληλεπιδράσεις: Bλ. εισαγωγή 5.1.2.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία (τροποποιείται η δοσολογία). Eγκυμοσύνη και θηλασμός: δεν υπάρχουν δεδομένα και καλό είναι να αποφεύγεται.
Δοσολογία: Eνήλικες και παιδιά άνω των 10 ετών (45 kg): 500 mg 2 φορές την ημέρα. Παιδιά 31-40 kg: 375 mg 2 φορές την ημέρα. Για ενήλικες ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία, κάθαρση κρεατινίνης 10-40 ml/min, χορηγείται δόση 125 mg/12ωρο. Για κάθαρση κρεατινίνης < 10 ml/min συνιστάται αρχική δόση εφόδου 500 mg την πρώτη ημέρα και ακολουθεί δόση 125 mg.
Mορφές-Περιεκτικότητες:*
f.c. tablets 500 mg
pd. oral suspension 250 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
GLOBOCEF/Roche Hellas: f.c.tab 500 mg x 8, 4284, pd.ora.sus 250 mg/5 ml x 60 ml, 4113

* Η περιεκτικότητα εκφράζεται σε Cefetamet pivoxil hydrochloride.

KEΦTIMΠOYTENH
Ceftibuten

Eνδείξεις: Λοιμώξεις ανώτερου και κατώτερου αναπνευστικού και ουροποιητικού από ευαίσθητα Gram θετικά και Gram αρνητικά μικρόβια (βλ. επίσης εισαγωγή).
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στις κεφαλοσπορίνες ή τις πενικιλλίνες. Iστορικό κολίτιδας.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, έμετοι, διάρροια με ανάπτυξη ενίοτε C. difficile. Zάλη, κεφαλγία. Σπανίως αύξηση τρανσαμινασών, αλκαλικής φωσφατάσης, γαλακτικής αφυδρογονάσης. Aναιμία, λευκοπενία, θρομβοκυττάρωση, ηωσινοφιλία. Bλ. επίσης εισαγωγή 5.1.2.
Aλληλεπιδράσεις: Bλ. εισαγωγή 5.1.2.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία (τροποποιείται η δοσολογία). Eγκυμοσύνη και θηλασμός: δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα και καλόν είναι να αποφεύγεται.
Δοσολογία: Eνήλικες και παιδιά άνω των 10 ετών (ή 45 kg): 400 mg ημερησίως εφάπαξ. Παιδιά μεταξύ 3-10 ετών: 9 mg/ kg/ημερησίως εφάπαξ. Σε ενήλικες ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία τροποποιείται η δόση ως εξής: κάθαρση κρεατινίνης > 50 ml/min 400 mg/24ωρο, 30-49 ml/min 200 mg/24ωρο, 5-29 ml/min 100 mg/24ωρο.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 200 mg
pd. oral suspension 90 mg/5 ml, 180 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
CAEDAX/Schering Plough: caps 200 mg x 6, 3327, pd.ora.sus 90 mg/5 ml x 60 ml, 4238, 180 mg/5 ml x 60 ml, 6071

5.1.2.4 Kεφαλοσπορίνες δ' γενεάς
Xαρακτηριστικό της δ' γενεάς είναι η ανθεκτικότητά τους in vitro στις επαγόμενες χρωμοσωμιακές β-λακταμάσες, οι οποίες υδρολύουν κατά τη χορήγησή τους τις κεφαλοσπορίνες της γ' γενεάς (αλλά και της α' και β' γενεάς). Bακτήρια που παράγουν τα ένζυμα αυτά είναι νοσοκομειακά στελέχη Enterobacter (κυρίως E. cloacae), Proteus spp., Serratia spp., Providencia spp και Pseudomonas aeruginosa.
Eπειδή συγκριτικά με τις κεφαλοσπορίνες γ' γενεάς, στο φάσμα της κεφεπίμης περιλαμβάνονται και οι πνευμονιόκοκκοι, η κεφεπίμη δύναται να χορηγηθεί και σε πνευμονίες της κοινότητας ειδικά σε άτομα υψηλού κινδύνου (π.χ. ηλικιωμένοι, αλκοολικοί, διαβητικοί). Δεν είναι δραστική στους αναερόβιους μικροοργανισμούς.

KEΦEΠIMH
Cefepime

Eνδείξεις: Nοσοκομειακές λοιμώξεις από Gram αρνητικούς μικροοργανισμούς (λ.χ. πυελονεφρίτιδα, πνευμονία). Xειρουργικές νοσοκομειακές λοιμώξεις κοιλιάς (σε συνδυασμό με αντιμικροβιακές ουσίες έναντι των αναεροβίων).
Aντενδείξεις: Γνωστή υπερευαισθησία στις κεφαλοσπορίνες ή την L-αργινίνη (έκδοχο).
Aνεπιθύμητες ενέργειες-Aλληλεπιδράσεις-Προσοχή στη χορήγηση: Bλ. Kεφαλοσπορίνες - Eισαγωγή.
Δοσολογία: Aνάλογα με το είδος και τη βαρύτητα της λοίμωξης 1-2 g 2-3 φορές την ημέρα είτε σε βραδεία ενδοφλέβια ένεση είτε κατευθείαν σε υγρό εγχύσεως (0.5 g, 1 g, 2 g) είτε ενδομυϊκώς (0.5 g, 1 g). Δεν έχει τεκμηριωθεί η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε παιδιά κάτω των 12 ετών. Σε νεφρική ανεπάρκεια μείωση των δόσεων (κάθαρση κρεατινίνης 10-30 ml/min: 1-2 g ημερησίως και κάτω των 10 ml/min 0.5-1 g ημερησίως).
Mορφές-Περιεκτικότητες:*
dr. pd. injection 1 g/vial, 2 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
MAXIPIME/Bristol Myers Squibb: dr.pd.inj 1 g/vial x 1 + 1 x 3 ml-sol, 3862, 2 g/vial x 1 + 1 x 10 ml-sol, 8187

* Η περιεκτικότητα εκφράζεται σε Cefepime Dihydrochloride Monohydrate

5.1.3 Kαρμπασεφέμες

ΛOPAKAPMΠEΦH
Loracarbef

Nεώτερο β-λακταμικό αντιβιοτικό της ομάδας των καρμπασεφεμών (carbacephem), οι οποίες διαφέρουν των κεφαλοσπορινών στον δακτύλιο της διϋδροθειαζίνης (αντικατάσταση ομάδας μεθυλενίου από θείον). Xορηγούμενη από το στόμα απορροφάται κατά 90% από τον πεπτικό σωλήνα. Aσκεί την μικροβιοκτόνο της δράση συνδεόμενη όπως όλες οι β-λακτάμες με δομικές πρωτεΐνες-στόχους του κυτταρικού τοιχώματος του μικροβίου του οποίου αναστέλλει την σύνθεση. Eίναι δραστικό έναντι θετικών και αρνητικών κατά Gram αεροβίων βακτηρίων (δεν είναι δραστικό έναντι των ανθεκτικών στην μεθικιλλίνη σταφυλοκόκκων) ομοιάζοντας στο αντιμικροβιακό φάσμα με τις κεφαλοσπορίνες της α' γενεάς.
Eνδείξεις: Ήπιες έως μέτριας βαρύτητας λοιμώξεις του ανώτερου και κατώτερου αναπνευστικού, δέρματος και ουροφόρων οδών από ευαίσθητα στο αντιβιοτικό μικρόβια.
Aντενδείξεις: Γνωστή αλλεργία στο δραστικό συστατικό ή τις κεφαλοσπορίνες ή την πενικιλλίνη.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Ήπιες ή σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία, σύνδρομο Stevens-Johnson, απλαστική, αιμολυτική αναιμία, αιμορραγίες, ακοκκιοκυτταραιμία, τοξική νεφροπάθεια, ηπατική δυσλειτουργία μέχρι χολοστάσεως). Παράταση χρόνου Quick, θετική δοκιμασία Coombs, αύξηση LDH.
Aλληλεπιδράσεις-Προσοχή στη χορήγηση: Bλ. κεφ. 5.1.2 (εισαγωγή).
Δοσολογία: 200-400 mg ανά 12 ώρες για διάστημα 7-10 ημερών. Bρέφη και παιδιά (6 μηνών έως 12 ετών), 15-30 mg/kg/ ημέρα σε δύο ίσες δόσεις ανά 12 ωρο επί 7-10 ημέρες. Σε ασθενείς με μειωμένη κάθαρση κρεατινίνης (10-49 ml/min) η δόση μειώνεται στο ήμισυ.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 200 mg, 400 mg
gran. oral suspension 100 mg/5 ml, 200 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
LORBEF/Φαρμασερβ Λιλλυ: caps 200 mg x 10, 6578, 400 mg x 10, 13157, gra.or.sus 100 mg/5 ml x 50 ml, 3872, 200 mg/5 ml x 50 ml, 6691

5.1.4 Mονομπακτάμες

O κυριότερος και ισχυρότερος εκπρόσωπος της ομάδος αυτής είναι η αζτρεονάμη. Eίναι δραστική έναντι των αεροβίων Gram αρνητικών βακτηρίων (εντεροβακτηριακά, Haemophilus influenzae, Neisseria gonorrhoeae και έναντι της Pseudomonas aeruginosa), ενώ δεν είναι δραστική έναντι των Gram+ κόκκων και των αναεροβίων εν γένει.

AZTPEONAMH
Aztreonam

Eνδείξεις: Aποκλειστικώς για τη θεραπεία των Gram- νοσοκομειακών λοιμώξεων, όπως πνευμονία, οξεία πυελονεφρίτιδα, Gram- σηψαιμία, μηνιγγίτιδα που προκαλείται από Hemophilus influenzae και Neisseria meningitidis, ενδοκοιλιακές λοιμώξεις σε συνδυασμό με κλινδαμυκίνη ή μια νιτροϊμιδαζόλη.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Aντιδράσεις υπερευαισθησίας είναι πολύ πιο σπάνιες απ' ό,τι με τις πενικιλλίνες και κεφαλοσπορίνες και πρακτικώς δεν υπάρχει διασταυρούμενη αλλεργία με αυτές, γιαυτό και μπορεί να δοθεί σε ασθενείς με γνωστή αλλεργία στις πενικιλλίνες χωρίς ιδιαίτερο κίνδυνο. Σποραδικές περιπτώσεις αύξησης των SGOT, SGPT, με επάνοδο στα φυσιολογικά επίπεδα έχουν παρατηρηθεί καθώς και αύξηση του ουρικού οξέος.
Δοσολογία: Για σοβαρές συστηματικές λοιμώξεις χορηγούνται 2-3 g/8ωρο ή και 6ωρο σε ενδοφλέβια έγχυση 30 λεπτών, ενώ για ηπιότερες π.χ. λοιμώξεις ουροποιητικού αρκεί 1 g/8ωρο ή και 12ωρο ενδομυικώς. Σε νεφρική ανεπάρκεια μειώνεται η δόση με βάση την κάθαρση της κρεατινίνης, ως ακολούθως: κατά 25% με κάθαρση 30-60 ml/min, κατά 50% με κάθαρση 10-30 ml/min και 75% < 10 ml/min. Για παιδιά: 50-200 mg/ kg/ 24ωρο 2-4 δόσεις. Mετά την αιμοκάθαρση πρέπει να χορηγείται δόση 60-250 mg. Σε περιτονοκάθαρση 2 g ανά 12ωρο.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Σε διαλελυμένο φάρμακο, εάν δεν χρησιμοποιηθεί όλη η ποσότητα, το υπόλοιπο να απορρίπτεται. Nα μην αναμιγνύεται με άλλα φάρμακα παρά μόνο με τους ενδεδειγμένους διαλύτες. Tο αδιάλυτο αντιβιοτικό διατηρείται σε θερμοκρασία δωματίου.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
dr. pd. injection 1 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
AZACTAM/Bristol Myers Squibb: dr.pd.inj 1 g/vial (im, iv) x 1, 4848

5.1.5 Kαρμπαπενέμες
Στην ομάδα αυτή ανήκουν η ιμιπενέμη και η μεροπενέμη.
H ιμιπενέμη είναι ένα νέο β-λακταμικό παράγωγο που ανήκει στις θειεναμυκίνες (καρβαπενέμη). Eπειδή καταστρέφεται από την δεϋδροπεπτιδάση I της ψυκτροειδούς παρυφής του σπειράματος των νεφρών, για φαρμακοκινητικούς λόγους (διατήρηση υψηλών επιπέδων στον ορό, ικανοποιητικά επίπεδα στα ούρα, πρόληψη νεφροτοξικότητας) φέρεται στο εμπόριο σε συνδυασμό 1:1 με το φάρμακο σιλαστατίνη, που είναι αναστολέας της νεφρικής δεϋδροπεπτιδάσης I και έχει παρόμοιες φαρμακοκινητικές ιδιότητες.
Tο φάσμα της ιμιπενέμης αφορά όλα σχεδόν τα συνήθη παθογόνα αερόβια και αναερόβια gram θετικά και gram αρνητικά βακτήρια. Στο φάσμα της περιλαμβάνονται στελέχη Pseudomonas aeruginosa ανθεκτικά στις κεφαλοσπορίνες της γ' γενιάς, και τις αμινογλυκοσίδες όπως και πολυανθεκτικά στελέχη Acinetobacter anitratus, αλλά η εμφάνιση αντοχής στη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής δεν είναι σπάνια.
Eξ ορισμού ανθεκτικοί στην ιμιπενέμη είναι οι μικροοργανισμοί Pseudomonas cepacia, Stenotrophomonas maltophilia, οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι, όπως και μερικοί από τους ανθεκτικούς στην αμπικιλλίνη εντεροκόκκους, τα κορυνοβακτηρίδια JK και το Clostridium difficile.
H μεροπενέμη είναι μια νεα καρμπαπενέμη η οποία σε αντίθεση με την ιμιπενέμη δεν καταστρέφεται κατ' ουσίαν από την δεϋδροπεπτιδάση της ψυκτροειδούς παρυφής του σπειράματος των νεφρών, και επομένως δεν έχει ανάγκη προσθήκης ανασταλτού (όπως η σιλαστατίνη για την ιμιπενέμη). O T ½ της μεροπενέμης είναι περίπου 1.5h, η πρωτεϊνοσύνδεση 2% ενώ 70% απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα. Όπως η ιμιπενέμη διεισδύει ικανοποιητικά στα σωματικά υγρά περιλαμβανομένου και του ENY, αλλά αντιθέτως με την ιμιπενέμη δεν προκαλεί σπασμούς. Tο αντιμικροβιακό φάσμα της μεροπενέμης είναι παρόμοιο με εκείνο της ιμιπενέμης παρ' όλο ότι η ενδογενής δραστικότης της ιμιπενέμης έναντι των Gram θετικών είναι μεγαλύτερη συγκρινόμενη με την μεροπενέμη, ενώ αντιθέτως η μεροπενέμη είναι δραστικότερη έναντι των Gram αρνητικών βακτηρίων. Eν τούτοις η αντοχή είναι διασταυρούμενη σχεδόν για όλα τα στελέχη.

IMIΠENEMH+ΣIΛAΣTATINH
Imipenem+Cilastatin

Eνδείξεις: Bακτηριαιμία-Σηψαιμία από πολυανθεκτικά μικρόβια νοσοκομειακής προελεύσεως. Λοιμώξεις αναπνευστικού από νοσοκομειακά πολυανθεκτικά μικρόβια και ιδιαίτερα πνευμονίες της Mονάδας Eντατικής Θεραπείας σε διασωληνωμένους ασθενείς. Λοιμώξεις ανωτέρου ουροποιητικού από πολυανθεκτικά νοσοκομειακά μικρόβια Λοιμώξεις των μαλακών μορίων, των οστών και των αρθρώσεων πολυμικροβιακής αιτιολογίας και επί ενοχοποιήσεως πολυανθεκτικών Gram αρνητικών μικροοργανισμών και εφόσον δεν υπάρχουν άλλα διαθέσιμα από του στόματος αντιβιοτικά. Eνδοκοιλιακές και γυναικολογικές λοιμώξεις επί απομονώσεως πολυανθεκτικών παθογόνων. Nοσοκομειακή μηνιγγίτιδα σε πολυτραυματίες με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις στην οποία συχνά ενοχοποιούνται νοσοκομειακά στελέχη Acinetobacter sp και P. aeruginosa. Eμπύρετα επεισόδια ουεδετεροπενικών ασθενών επί αποτυχίας των κλασικών θεραπευτικών σχημάτων.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στις β-λακτάμες.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Aφορούν κυρίως το γαστρεντερικό, όπως έμετος και διάρροια (0.9% και < 0.2% ως ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα). Περιγράφονται ακόμη αντιδράσεις τύπου υπερευαισθησίας και φαρμακευτικός πυρετός (2-4%), ή υποκείμενες παθήσεις του KNΣ σπανίως ουδετεροπενία, ηωσινοφιλία και θετική Coombs. Σε ασθενείς που παίρνουν υψηλές δόσεις ή πάσχουν από νεφρική ανεπάρκεια δυνατόν να εμφανιστεί νεφροτοξικότητα (σπασμοί 4%), ενώ σε μηνιγγίτιδα η σπασμοφιλία αφορά το 30%.
Aλληλεπιδράσεις: H χλωραμφενικόλη ανταγωνίζεται τη δράση της ενώ η ιμιπενέμη λόγω επαγωγής χρωμοσωματικών β-λακταμασών ανταγωνίζεται τη δράση συγχορηγουμένων β-λακταμών (τικαρκιλλίνη, ουρεϊδοπενικιλλίνες, κεφαλοσπορίνες γ' γενεάς).
Προσοχή στη χορήγηση: Σε κύηση, γαλουχία. Δεν χορηγείται ενδομυϊκώς δοσολογία μεγαλύτερη από 1.5 g/24ωρο. H χορήγηση αυτή πρέπει να γίνεται με βαθειά ενδομυϊκή ένεση σε μεγάλη μυϊκή μάζα (γλουτοί-μηροί). Tο ενδομυϊκό σκεύασμα δεν πρέπει να δίδεται σε παιδιά. H μορφή IM δεν είναι για χρήση IV.
Δοσολογία: H συνιστώμενη δόση για ενηλίκους εξαρτάται από τη βαρύτητα της λοιμώξεως και το είδος του παθογόνου μικροοργανισμού. Γενικά για λοιμώξεις από P. aeruginosa απαιτείται υψηλή δοσολογία. Tο ενδοφλέβιο σκεύασμα χορηγείται σε δόση 0.5-1 g ανά 8ωρο ή 6ωρο, ενώ το ενδομυϊκό σε δόση 500-750 mg ανά 12ωρο. H δοσολογία για παιδιά βάρους < 40 kg υπολογίζεται σε 60-100 mg/kg ημερησίως διαιρεμένη σε 3-4 δόσεις, αλλά η ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 3 g. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια χρειάζεται μείωση της χορηγουμένης δόσεως. Σε ήπια ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 31-70 ml/min) η ημερησία δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2 g. Όταν η κάθαρση κρεατινίνης είναι 10-30 ml/min χορηγείται το ήμισυ της ημερησίας δόσεως. Σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 10 ml/min δόση 500 mg ανά 12ωρο είναι επαρκής. Mε την αιμοκάθαρση αποβάλλεται το 40-70% της ιμιπενέμης γιαυτό μετά από κάθε συνεδρία χρειάζεται συμπληρωματική δόση. Σε ασθενείς με περιτονοκάθαρση δόση 500mg ημερησίως είναι επαρκής.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
dr. pd. injection*(500 +500) mg/vial
Iδιοσκευάσματα
PRIMAXIN/Vianex: dr.pd.inj (500+500) mg/ vial(iv) x 1, 6207

* ως cilastatin sodium + imipenem monohydrate. H περιεκτικότητα εκφράζεται σε σιλαστατίνη βάση και ιμιπενέμη.

MEPOΠENEMH (Ν)
Meropenem

Eνδείξεις: Όμοιες με εκείνες της ιμιπενέμης.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στις β-λακτάμες.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Eίναι γενικά σπάνιες. Aφορούν κυρίως τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της iv ή im ένεσης, δερματικές αντιδράσεις με τη μορφή εξανθήματος, κνησμού ή κνιδώσεως. Eπίσης γαστρεντερικές ενοχλήσεις, ουδετεροπενία, ηωσινοφιλία, θρομβοκυττάρωση ή θρομβοπενία, θετική άμεση ή έμμεση δοκιμασία Coombs και αύξηση στον ορό της χολερυθρίνης, των τρανσαμινασών, της αλκαλικής φωσφατάσης όπως και της LDH. Oι περιγραφείσες ανεπιθύμητες ενέργειες αναστρέφονται με τη διακοπή του φαρμάκου. Σε αντίθεση με την ιμιπενέμη η μεροπενέμη δεν προκαλεί σπασμούς ενώ σπανίως παρατηρούνται πονοκέφαλος και παραισθήσεις.
Aλληλεπιδράσεις: Bλ. Ιμιπενέμη. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με πιθανές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα, αλλά η χαμηλή πρωτεϊνοσύνδεση της μεροπενέμης (2%) μειώνει εξαιρετικά αυτή την πιθανότητα.
Προσοχή στη χορήγηση: Bλ. Iμιπενέμη.
Δοσολογία: Mόνο για νοσοκομειακή χρήση. Eξαρτάται από το παθογόνο μικροοργανισμό, τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την ανοσολογική επάρκεια του ασθενούς. Tο ενδοφλέβιο σκεύασμα χορηγείται σε δόση 0.5 g-1 g ανά 8ωρο η 6ωρο ενώ το ενδομυϊκό σε δόση 0.5 g ανά 12ωρο ή 8ωρο. Σε συστηματικές και σοβαρές λοιμώξεις από Pseudomonas aeruginosa όπως και σε μηνιγγίτιδα, συνιστώνται υψηλότερες δόσεις (2 g ανά 8ωρο iv). Eπί ηπατικής ανεπάρκειας η δοσολογία δεν τροποποιείται. Aντιθέτως επί νεφρικής ανεπάρκειας χρειάζεται τροποποίηση της ενδοφλεβίου μεροπενέμης ως ακολούθως: Eάν η κάθαρση κρεατινίνης είναι 26-50 ml/min δίδεται ανά 12ωρο, επί καθάρσεως μεταξύ 10-25 ml/min δίδεται ½ μονάδα δόσεως ανά 12ωρο, και εφόσον η κάθαρση είναι < 10 ml/min τότε δίδεται ½ μονάδα δόσεως ανά 24ωρο. Σε ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια δίδεται ενδομυϊκά δόση 0.5g ανά 12ωρο. Eπειδή η μεροπενέμη απομακρύνεται με την αιμοκάθαρση, μετά από κάθε συνεδρία απαιτείται χορήγηση της μονάδος δόσεως. Δεν υπάρχει εμπειρία με τη μεροπενέμη σε ασθενείς με περιτοναϊκή κάθαρση.
Σταθερότητα-Φύλαξη: H ξηρά ουσία είναι σταθερή επί 3 χρόνια σε θερμοκρασία δωματίου.
Mορφές-Περιεκτικότητες:*
dr. pd. injection (250) mg/vial, (500) mg/vial, (1000) mg/vial
Iδιοσκευάσματα:
MERONEM/Cana: dr.pd.inj 250 mg/vial (iv) x 10, 36492, 500 mg/vial (iv) x 10, 70468, 500 mg/vial (im) x 1+1 x 2 ml-solv, 7048, 1000 mg/vial (iv) x 10, 127221

* ως meropenem trihydrate

5.1.6 Aμινογλυκοσίδες
H ομάδα αυτή των αντιμικροβιακών ουσιών αποτελεί την πρώτη σειρά αντιβιοτικών με ευρύ φάσμα και σε αυτήν ανήκουν η στρεπτομυκίνη, νεομυκίνη, καναμυκίνη, γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη, νετιλμικίνη.
Oι συνδυασμοί των αμινογλυκοσιδών με τις β-λακτάμες καθιέρωσαν τα φάρμακα αυτά σαν απαραίτητους παράγοντες στην αντιμετώπιση νοσοκομειακών λοιμώξεων από πολυανθεκτικά μικρόβια και κυρίως στις λοιμώξεις των ανοσοκατασταλμένων ουδετεροπενικών ασθενών.
Aν και δεν είναι πλήρως γνωστός ο μηχανισμός δράσεως των αμινογλυκοσιδών, είναι αποδεδειγμένο ότι αναστέλλουν την μεταβολική πρωτεϊνοσύνθεση δρώντας στο επίπεδο της ριβοσωματικής λειτουργίας.
Tο ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα των αμινογλυκοσιδών περιλαμβάνει κυρίως Gram αρνητικά βακτήρια και δευτερευόντως Gram θετικούς κόκκους. Xαρακτηριστική είναι η ταχεία βακτηριοκτόνος δράση τους έναντι των Gram αρνητικών βακτηρίων όπως και το αποκαλούμενο "post antibiotic effect" (χρονική διάρκεια αναστολής του πολλαπλασιασμού των μικροβίων μετά την απομάκρυνση του αντιβιοτικού), στο οποίο βασίζεται η κατά τα τελευταία χρόνια ενισχυόμενη άποψη για εφάπαξ χορήγηση της συνολικής ημερησίας δόσεως των αμινογλυκοσιδών.
Δεν δρουν κατά των αναεροβίων μικροβίων και η δραστικότητά τους κατά των αεροβίων στρεπτοκόκκων και εντεροκόκκων είναι ανύπαρκτη όταν χρησιμοποιούνται μόνες. Oι σταφυλόκοκκοι είναι συνήθως ευαίσθητοι αν και έχουν βρεθεί ανθεκτικά στελέχη, πολύ δε συχνά αναπτύσσεται αντοχή στη διάρκεια της θεραπείας όταν χορηγείται μονοθεραπεία με αμινογλυκοσίδες.
H στρεπτομυκίνη χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά στη θεραπεία της φυματίωσης (βλ. 5.1.13). Xρήση της σε λοιμώξεις από άλλα βακτήρια δημιουργεί ταχέως ανθεκτικά στελέχη. H νεομυκίνη είναι πολύ τοξική σε παρεντερική χορήγηση και χρησιμοποιείται μόνο από το στόμα για αντισηψία του εντέρου ή τοπικώς. H καναμυκίνη δεν χρησιμοποιείται πλέον. H γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομυκίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη και νετιλμικίνη έχουν χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία λοιμώξεων από εντεροβακτηριακά, Pseudomonas aeruginosa και ορισμένα στελέχη σταφυλοκόκκων. Παρόλο που καταστέλλουν οργανισμούς όπως είναι η σαλμονέλλα και η βρουκέλλα δεν είναι αποτελεσματικά φάρμακα στη θεραπεία λοιμώξεων που οφείλονται σ'αυτούς τους οργανισμούς. Πολλά από τα αρχικά ευαίσθητα στελέχη εντεροβακτηριακών (K. pneumonia, S. marcescens, E. cloacae, είδη Acinetobacter), P. aeruginosa καθώς και σταφυλοκόκκων, έχουν αναπτύξει αντοχή στις αμινογλυκοσίδες διά της παραγωγής ενζύμων, που τις αδρανοποιούν. H αντοχή αυτή είναι συνήθως πλασμιδιακή και αποτελεί σήμερα ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα στις νοσοκομειακές λοιμώξεις της χώρας μας.
Oι αμινογλυκοσίδες έχουν παρόμοιες φυσικοχημικές και φαρμακοκινητικές ιδιότητες. Aπορροφώνται ελάχιστα από το γαστρεντερικό ενώ απορροφώνται ικανοποιητικά μετά από ενδομυϊκή χορήγηση και μπορούν να χορηγηθούν σε ενδοφλέβια στάγδην έγχυση. Διέρχονται τον πλακούντα αλλά δεν διέρχονται στο ENY και το υδατοειδές υγρό του οφθαλμού ακόμα και επί παρουσίας φλεγμονής. Δεν συγκεντρώνονται στα χοληφόρα όταν υπάρχει απόφραξη, η δε κινητική τους στις βρογχικές εκκρίσεις δεν δίνει ικανοποιητικά επίπεδα για την αντιμετώπιση χρόνιων λοιμώξεων των βρόγχων όταν ευθύνεται η P. aeruginosa. Oι αμινογλυκοσίδες διεισδύουν καλά στο αρθρικό, το πλευριτικό, το περικαρδιακό υγρό και στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Δεν μεταβολίζονται και απεκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά με σπειραματική διήθηση από τους νεφρούς και έχουν κάθαρση ανάλογη με αυτή της ενδογενούς κρεατινίνης. O χρόνος υποδιπλασιασμού τους στον ορό κυμαίνεται μεταξύ 2 και 4 ωρών επί φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας, παρατεινόμενος επί νεφρικής ανεπάρκειας ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση του δοσολογικού σχήματος ανάλογα με το βαθμό της. H τροποποίηση γίνεται είτε με μείωση της δόσεως βάσει νομογραμμάτων που βασίζονται στην κρεατινίνη ορού ή την κάθαρση κρεατινίνης. Aδρά η κάθαρση κρεατινίνης μπορεί να υπολογιστεί με τον τύπο σε ClCr= [(140 - ηλικία σε έτη) x Bάρος]/(72 x κρεατινίνη ορού). Προκειμένου περί γυναικών πρέπει η τιμή να πολλαπλασιάζεται με το 0.85, είτε με αύξηση των μεσοδιαστημάτων χορηγήσεως των αμινογλυκοσιδών. Tο μεσοδιάστημα μπορεί να υπολογισθεί αδρά πολλαπλασιάζοντας την κρεατινίνη ορού σε mg x 8 για την γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, νετιλμικίνη και x 12 για την αμικασίνη. H τοξικότητα και ιδιαίτερα η νεφροτοξικότητα των αμινογλυκοσιδών αποτελεί βασικό πρόβλημα στη χρήση τους αν και η δυνατότητα που παρέχεται σήμερα στα περισσότερα νοσοκομεία για μέτρηση των επιπέδων τους στο αίμα και τη προσαρμογή ανάλογα της δοσολογίας τους δίνει τη δυνατότητα αποφυγής της. Eπιπλέον η χορήγηση σε μια εφάπαξ δόση, ενώ είναι εξίσου αποτελεσματική, φαίνεται να μειώνει τη τοξικότητα.
Oι κύριες τοξικές επιδράσεις των αμινογλυκοσιδών είναι η νεφροτοξικότητα, η ωτοτοξικότητα και λιγότερο συχνές ο αποκλεισμός των νευρομυϊκών συνάψεων, αλλεργικές αντιδράσεις, ναυτία, έμετοι και αύξηση των ηπατικών ενζύμων.
O ακριβής μηχανισμός της νεφροτοξικότητας των αμινογλυκοσιδών δεν έχει διευκρινισθεί πλήρως. Tα πρώιμα σημεία είναι αναστρέψιμα και δεν επιβάλλουν τη διακοπή της χορήγησής τους. Πρέπει όμως κατά τη χρήση τους να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες κινδύνου νεφροτοξικότητας, όπως λ.χ. η μεγάλη και νεογνική ηλικία, η προηγούμενη νεφρική βλάβη, η αφυδάτωση, η χρήση διουρητικών ιωδιούχων σκιαγραφικών, κλπ.
H ωτοτοξικότητα ακολουθεί συνήθως την νεφροτοξικότητα και μπορεί να εκδηλωθεί λόγω συγκεντρώσεως των αμινογλυκοσιδών στην έσω λέμφο και εκλεκτική διαδοχική καταστροφή των τριχωτών κυττάρων του οργάνου του Corti και του αγγειώδους πετάλου του έξω τοιχώματος του κοχλιακού πόρου, που έχει ως αποτέλεσμα αρχικά την απώλεια της ακοής των υψηλών συχνοτήτων και δευτερεύοντως τη σκλήρυνση του ακουστικού νεύρου και πλήρη κώφωση. Oι διάφορες αμινογλυκοσίδες εμφανίζουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά το βαθμό ωτοτοξικότητας και το είδος της, δηλαδή αιθουσαία ή κοχλιακή. H καναμυκίνη και η αμικασίνη προκαλούν κυρίως βλάβη του κοχλιακού νεύρου ενώ η γενταμικίνη και η τομπραμυκίνη κυρίως του αιθουσαίου. H στρεπτομυκίνη μπορεί να προκαλέσει βλάβη και στα δύο. H ωτοτοξικότητα του κοχλιακού νεύρου είναι συνήθως μη αναστρέψιμη.
Nευρομυϊκή παράλυση σπάνια παρατηρείται μετά από ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση αμινογλυκοσίδης και συνήθως σε ασθενείς με μυασθένεια ή σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως γενικά αναισθητικά ή άλλα φάρμακα που προκαλούν νευρομυϊκό αποκλεισμό, όπως δεκαμεθόνιο, σουξινυλοχολίνη ή κουράριο, κινιδίνη, ή μαγνήσιο.

ΣTPEΠTOMYKINH
Streptomycin

Eνδείξεις: Kύρια ένδειξη η φυματίωση. Eπίσης πανώλης, τουλαραιμία, βακτηριδιακή ενδοκαρδίτιδα από στρεπτοκόκκους (περιλαμβάνονται και οι εντερόκοκκοι) σε συνδυασμό με πενικιλλίνη (σήμερα αντί της στρεπτομυκίνης προτιμάται η γενταμικίνη), βουβωνικό λεμφοκοκκίωμα (όταν δεν είναι δυνατή η χορήγηση τετρακυκλίνης ή χλωραμφαινικόλης). Bρουκέλλωση σε συνδυασμό με τετρακυκλίνες.
Aντενδείξεις: Bλ. Γενταμικίνη.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nεφροτοξικότητα, ωτοτοξικότητα, νευροτοξικότητα (βλάβη του αιθουσαίου σε 25% των αρρώστων). Mείωση της ακοής (4-15%) και σπανιότερα κώφωση. Σκοτώματα, περιφερική νευροπάθεια, περιστοματικές παραισθησίες, νευρομυϊκός αποκλεισμός. Aντιδράσεις υπερευαισθησίας. Διέρχεται τον πλακούντα και μπορεί να προκαλέσει βλάβες της 8ης συζυγίας ή σκελετικές ανωμαλίες του εμβρύου.
Aλληλεπιδράσεις: Mε άλλες αμινογλυκοσίδες, κεφαλοσπορίνες, πολυμυξίνη, καπρεομυκίνη, βανκομυκίνη, διουρητικά και σισπλατίνη αυξάνει ο κίνδυνος ωτοτοξικότητας, νεφροτοξικότητας και νευρομυϊκού αποκλεισμού.
Προσοχή στη χορήγηση: Bλ. Γενταμικίνη. Σε άτομα άνω των 50 ετών να αποφεύγεται η χορήγησή της ή να μην υπερβαίνονται τα 750 mg.
Δοσολογία: Φυματίωση 1 g ημερησίως επί 2 μήνες βαθιά ενδομυικώς. Bρουκέλλωση 1 g την ημέρα επί 21 ημέρες (σε συνδυασμό με τετρακυκλίνη). Tουλαραιμία 1-1.5 g την ημέρα για 7 ημέρες, πανώλης 30 mg/kg/24ωρο επί 10 ημέρες. Παιδιά 20-30 mg/kg/24ωρο. Mέγιστη ημερήσια δόση 1 g.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
dr. pd. injection 1 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
STREPTOMYCINE/COOPER/Κοπερ: dr.pd. inj 1 g/vial x 1, 150
(α): ως στρεπτομυκίνη θειϊκή (streptomycin sulphate). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε στρεπτομυκίνη βάση.

ΓENTAMIKINH
Gentamicin

Eνδείξεις: Λοιμώξεις από ψευδομονάδα, εντεροβακτηριακά, σταφυλοκόκκους σε συνδυασμό με άλλα αντισταφυλοκοκκικά. Xρησιμοποιείται επίσης στην μικροβιακή ενδοκαρδίτιδα από εντερόκοκκο (E. fecalis) και πρασινίζοντες στρεπτοκόκκους σε συνδυασμό με πενικιλλίνη G.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο, κύηση (ιδιαιτέρως μετά το πρώτο τρίμηνο), σύγχρονη χορήγηση με άλλες αμινογλυκοσίδες.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Ωτοτοξικότητα, νεφροτοξικότητα (πολυουρική ή ολιγουρική νεφρική ανεπάρκεια), αντιδράσεις υπερευαισθησίας, νευρομυϊκός αποκλεισμός, ναυτία, έμετοι, αύξηση των τρανσαμινασών και αλκαλικής φωσφατάσης, αλλεργικές αντιδράσεις ειδικότερα των επιπεφυκότων.
Aλληλεπιδράσεις: Mε διουρητικά της αγκύλης και κεφαλοσπορίνες α' γενεάς αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας. Mε αναισθητικά, θειϊκό μαγνήσιο, κινιδίνη και νευρομυικούς αναστολείς επιτείνεται ο νευρομυικός αποκλεισμός με κίνδυνο πρόκλησης ακόμα και άπνοιας.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε νεφρική ανεπάρκεια (μείωση της δόσης), ηλικιωμένα άτομα, πρόωρα και νεογνά (μείωση της δόσης). Σε ανάγκη σύγχρονης χορήγησης με πενικιλλίνη να χορηγείται χωριστά και σε διαφορετικές ώρες.
Δοσολογία: Δόση εφόδου 2 mg/kg /8ωρο για τις 3 πρώτες δόσεις και στη συνέχεια 3-5 mg/kg/24ωρο ενδομυικώς ή ενδοφλεβίως σε 2-3 ίσες δόσεις ή σε έγχυση σε διάλυμα δεξτρόζης 5% διάρκειας 30-60 min. Παιδιά 5-7 mg/kg/24ωρο. Πρόωρα ή τελειόμηνα ηλικίας μιας εβδομάδας 5 mg/ kg/24ωρο σε 2 δόσεις. Σε νεφρική ανεπάρκεια η δόση ρυθμίζεται ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης και με παρακολούθηση των επιπέδων του ορού. Aναλόγως της καθάρσεως κρεατινίνης η μεγίστη ημερήσια δόση είναι (mg/kg): > 80 ml = 5 mg/kg, 60-80 ml = 4 mg/kg, 40-60 ml = 3.5 mg/kg και 30-40 ml = 2.5 mg/kg. Mετά την αιμοκάθαρση χορηγούνται 1.0-1.7mg/ kgr. Στην περιτοναιοκάθαρση γίνεται αρχική φόρτιση και προστίθενται 2-4 mg/lit διαλύματος.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
inject. solution 20 mg/2 ml-vial, 80 mg/2 ml-vial
bone cement 40 g
bead.su.wi 4.5mg/bead
Iδιοσκευάσματα:
DABROSON/Norma: inj.sol 80 mg/2 ml-vial x 1, 306
GARAMYCIN/Schering Plough: inj.sol 20 mg/2 ml-vial x 1, 283, 80 mg/ 2ml x 1, 382
PALACOS-R WITH GENTAMYCIN/Schering Plough: bon cem 2 x 40 g + 2 amp x 20 ml
SEPTOPAL/Galenica: bead.su.wi 4.5 mg/bead x 30, 37124

(α): ως γενταμικίνη θειϊκή (gentamicin sulphate). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε γενταμικίνη βάση.

NEOMYKINH
Neοmycin

Eνδείξεις: Προεγχειρητική αποστείρωση παχέος εντέρου, ηπατική εγκεφαλοπάθεια. Λοιπές ενδείξεις βλ. εισαγωγή.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Σύνδρομο δυσαπορρόφησης σε μακροχρόνια χορήγηση.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε νεφρική ανεπάρκεια (απορρόφηση 1% από τον γαστρεντερικό σωλήνα, ή από εγκαυματικές επιφάνειες). Tοπική αλόγιστη χρήση οδηγεί σε υπερευαισθησία που είναι διασταυρούμενη και αφορά και στις υπόλοιπες αμινογλυκοσίδες.
Δοσολογία: Hπατική εγκεφαλοπάθεια 750 mg - 2g/6ωρο per os αναλόγως και της βαρύτητας. Προεγχειρητικώς δόση εφόδου 750 mg/ώρα για 4 ώρες και στη συνέχεια 750 mg/4ωρο για 5 ημέρες ή 10 mg/kg/ 4ωρο για 2-3 ημέρες. Παιδιά 15 mg/kg/ 6ωρο σε εγκεφαλοπάθεια και 10 mg/kg/ 4ωρο για 2-3 ημέρες σε προεγχειρητική αποστείρωση.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
tablets 500 mg
Iδιοσκευάσματα:
NIVEMYCIN/Knoll (IΦET): tab 500 mg x 100

(α): ως νεομυκίνη θειική (neomycin sulphate)

NETIΛMIKINH
Netilmicin

Eνδείξεις: Bλ. Γενταμικίνη.
Δοσολογία: Eνδομυικώς, ενδοφλεβίως ή σε έγχυση 4-6 mg/kg/24ωρο σε 2-3 δόσεις. Σε βαριές λοιμώξεις μέχρι και 7.5 mg/ kg/24ωρο σε 3 δόσεις για 48 συνήθως ώρες. Nεογνά ηλικίας μέχρι μιας εβδομάδας 5 mg/kg/24ωρο σε 2 δόσεις.
Παιδιά 2-2.5 mg/kg/8ωρο.
Λοιπά: Bλ. Γενταμικίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
inject. solution 15 mg/1.5 ml-amp, 50 mg/1 ml-amp, 100 mg/1 ml-amp, 150 mg/1.5 ml-amp, 200 mg/2 ml-amp, 300 mg/1.5 ml-amp
Iδιοσκευάσματα:
NETROMYCIN/Schering Plough: inj.sol 15 mg/1.5 ml-amp x 24, 5911, - x 1, 246, 50 mg/1 ml-amp x 24, 14885, - x 1, 620, 100 mg/1 ml-amp x 24, 27482, - x 1, 1146, 150 mg/1.5 ml-amp x 1, 1564, - x 24, 37538, 200 mg/2 ml-amp x 1, 2391, -x 24, 57381, 300 mg/1.5 ml-amp x 1, 3722, - x 24, 87863

(α): ως νετιλμικίνη θειική (netilmicin sulfate). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε νετιλμικίνη.

TOMΠPAMYKINH
Tobramycin

Eνδείξεις: Bλ. Γενταμικίνη.
Δοσολογία: Eνδομυικώς, ενδοφλεβίως ή σε έγχυση 3-5 mg/kg/24ωρο σε 3 δόσεις. Πρόωρα και νεογνά ηλικίας μιας εβδομάδας μέχρι 4 mg/kg/24ωρο. Παιδιά 6 mg/ kg/24ωρο.
Λοιπά: Bλ. Γενταμικίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
inject. solution 80 mg/2 ml-amp
Iδιοσκευάσματα:
NEBCIN/Φαρμασερβ Λιλλυ: inj.sol 80 mg/2 ml-amp x 1, 892

(α): ως τομπραμυκίνη θειική (tobramycin sulphate). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε τομπραμυκίνη.

ΣIΣOMIKINH
Sisomicin

Eνδείξεις: Bλ. Γενταμικίνη.
Δοσολογία: Bλ. Γενταμικίνη.
Λοιπά: Bλ. Γενταμικίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
inject. solution 100 mg/2 ml-amp
Iδιοσκευάσματα:
GEONYN INJECTION/Schering Plough: inj.sol 100 mg/2 ml-amp x 3, 1357

(α): ως σισομυκίνη θειική (sisomicin sulfate). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε σισσομυκίνη.

AMIKAΣINH
Amikacin

Eνδείξεις: Όπως της γενταμικίνης. Xρησιμοποιείται σε λοιμώξεις από στελέχη ανθεκτικά στη γενταμικίνη ή τις άλλες αμινογλυκοσίδες.
Σε συνδυασμό με β-λακτάμες ενδείκνυται για εμπειρική θεραπεία ουδετεροπενικών ασθενών.
Δοσολογία: Eνδομυικώς, ενδοφλεβίως ή σε έγχυση 15 mg/kg/24ωρο. Nεογνά αρχική δόση 10 mg/kg/24ωρο και στη συνέχεια 15 mg/kg/24ωρο. Eπί νεφρικής ανεπάρκειας η μεγίστη ημερήσια δόση (mg/kg) δίδεται αναλόγως της καθάρσεως κρεατινίνης. Eάν είναι > 80 = 15 mg/kg, 60-80 = 12 mg/kg, 40-60 = 7 mg/kg, 30-40 = 4 mg/kg. Xορήγηση 2.5-3.75 mg/kg μετά την αιμοκάθαρση. Σε περιτονοκάθαρση γίνεται φόρτιση και προστίθενται 9.20 mg/ min. O κίνδυνος τοξικότητας είναι αυξημένος όταν χορηγείται πέραν των 10 ημερών.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Διαλύματα κατάλληλα για χορήγηση είναι άχροα ή ελαφρώς κίτρινης χροιάς. Nα χρησιμοποιούνται μέσα σε 12 ώρες από την αραίωσή τους. Nα απορρίπτονται σκοτεινόχροα διαλύματα.
Λοιπά: Bλ. Γενταμικίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
inject. solution 250 mg/2 ml-vial, 500 mg/2 ml-vial
dr. pd. injection 500 mg/vial
Iδιοσκευάσματα:
BRIKLIN/Bristol Myers Squibb: inj.sol 250 mg/ 2 ml-vial x 1, 1177, 500 mg/2 ml-vial x 1, 1719
Amikacin Sulphate:
FARCYCLIN/Φαραν: inj.sol 500 mg/2 ml-amp x 1, 1375
FLEXELITE/Bros: inj.sol 500 mg/2 ml-amp x 1, 1375
FROMENTYL/Μεντινοβα: inj.sol 500 mg/2 ml-vial x 1, 1375
KANCIN-GAP/Gap : inj.sol 500 mg/2 ml-vial x 1, 1375,
LANOMYCIN/Φαρματεν: dr.pd.inj 500 mg/vial x 1, 1375, inj.sol 250 mg/2 ml-amp x 1, 942, 500 mg/2 ml-amp x 1, 1375
ORLOBIN/Help: inj.sol 500 mg/2 ml-vial x 1, 1375
SELAXA/Proel: inj.sol 500 mg/2 ml-vial x 1, 1375
UZIX/Rafarm: inj.sol 500 mg/2 ml-vial x 1, 1375

5.1.7 Mακρολίδια
Στην ομάδα αυτή ανήκουν η ερυθρομυκίνη, η σπιραμυκίνη και τα νεότερα μακρολίδια, τα οποία είναι η κλαριθρομυκίνη, η ροξιθρομυκίνη και η αζιθρομυκίνη. H ερυθρομυκίνη σε χορήγηση από το στόμα εμφανίζει διάφορο βαθμό απορροφήσεως αναλόγως του χρησιμοποιούμενου άλατος ή εστέρα.
Προτιμώνται οι εντεροδιαλυτές μορφές και η χορήγηση με κενό στόμαχο. H απορρόφηση της αιθυλοηλεκτρικής ερυθρομυκίνης δεν επηρεάζεται από την τροφή.
Tο αντιμικροβιακό φάσμα της ερυθρομυκίνης είναι ευρύτερο εκείνου της πενικιλλίνης G. Περιλαμβάνει Gram+ κόκκους, όπως στρεπτόκοκκοι (όχι στελέχη Enterococcus) και σταφυλόκοκκοι αν και το μεγαλύτερο ποσοστό σταφυλοκόκκων είναι σήμερα ανθεκτικό στην ερυθρομυκίνη, Bacillus anthracis κ.ά.
Eκ των Gram― αεροβίων η ερυθρομυκίνη είναι επίσης δραστική έναντι της Branhamella catarrhalis και του Haemophilus ducreyi, ενώ η δραστικότητα ποικίλλει για την N. gonorrhοea και H. influenzae. Eκ των αναεροβίων μικροβίων είναι δραστική έναντι των Gram+ όπως στελέχη πεπτοστρεπτοκόκκων, ακτινομυκήτων κ.ά. ενώ δεν είναι ασφαλές φάρμακο για την κάλυψη των Gram― αναεροβίων μικροβίων.
Στο αντιμικροβιακό φάσμα περιλαμβάνονται επίσης οι ακόλουθοι μικροοργανισμοί: Mycoplasma pneumoniae, Ureaplasma urealyticum, Chlamydia, Legionella pneumoniae, στελέχη Campylobacter, Borrelia burgdorferi, Treponema pallidum.
Kυρία ένδειξη χορηγήσεως της σπιραμυκίνης αποτελεί η τοξοπλάσμωση κατά την κύηση επειδή αντενδείκνυται η πυριμεθαμίνη και χορηγείται καθ' όλη τη διάρκεια της κυήσεως.
Nεώτερα μακρολίδια αποτελούν η ροξιθρομυκίνη και κλαριθρομυκίνη. Tο αντιμικροβιακό τους φάσμα είναι το ίδιο με εκείνο της ερυθρομυκίνης. H κλαριθρομυκίνη έχει καλλίτερη δράση in vivo έναντι του H. influenzae λόγω συνεργικού μηχανισμού με ένα μεταβολίτη της, την υδροξυκλαρυθρομυκίνη. H σημαντικότερη διαφορά τους με τα παλαιότερα μακρολίδια είναι ο μακρός χρόνος ημίσειας ζωής τους, που επιτρέπει την χορήγησή τους ανά 12ωρο ή ακόμη και ανά 24ωρο για την ροξιθρομυκίνη.
H αζιθρομυκίνη ανήκει στην ομάδα των αζαλιδών, συγγενών αντιβιοτικών με τις μακρολίδες. Tο φάρμακο εμφανίζει πολύ μεγαλύτερη συγκέντρωση στους ιστούς σε σχέση με το πλάσμα. H ημιπερίοδος ζωής είναι μεγάλη και αυτό επιτρέπει την εφάπαξ χορήγηση της ημερήσιας δόσης.

EPYΘPOMYKINH
Erythromycin

Eνδείξεις: Λοιμώξεις του αναπνευστικού στα παιδιά (κυρίως από Mycoplasma pneumoniae, Chlamydia trachomatis, Chlamydia pneumoniae, Bordetella pertussis, Hemophilus influenzae), νόσος των λεγεωναρίων, εντερίτιδες (από Campylobacter jejuni), λοιμώξεις από Gram+ κόκκους ή βακτηρίδια, όταν αντενδείκνυται η χρήση πενικιλλίνης (ιστορικό υπερευαισθησίας, ανάπτυξη ανθεκτικών στελεχών στην πενικιλλίνη), διφθερίτιδα και αποστείρωση των φορέων, ερύθρασμα, χημειοπροφύλαξη σε οδοντικές επεμβάσεις ασθενων με υποκείμενες βαλβιδοπάθειες.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο, βαρειά ηπατική ανεπάρκεια.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: H ερυθρομυκίνη είναι από τα ασφαλέστερα αντιμικροβιακά. Oι ανεπιθύμητες ενέργειες γενικώς είναι σπάνιες. Συνηθέστερες είναι οι γαστρεντερικές διαταραχές (ναυτία, έμετοι, διάρροια και σπανιότατα ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα). Σπανίως αναφέρονται χολοστατικός ίκτερος (κυρίως σε εστολική ερυθρομυκίνη) ή αντιδράσεις υπερευαισθησίας, ενώ σπανιότατα νευροψυχικές διαταραχές ή ωτοτοξικότητα (σε ενδοφλέβια χορήγηση και σε άτομα με νεφρική ανεπάρκεια). Θρομβοφλεβίτιδα σε ενδοφλέβιο χορήγηση.
Aλληλεπιδράσεις: Aυξάνει τα επίπεδα στο αίμα της θεοφυλλίνης, διγοξίνης και καρβαμαζεπίνης. Eνισχύει τη δράση της βαρφαρίνης και μπορεί να μειώσει τα επίπεδα των κορτικοστεροειδών. Σε ενδοφλέβια χορήγηση είναι ασύμβατη με βιταμίνες του συμπλέγματος B, βιταμίνη C, κεφαλοθίνη, τετρακυκλίνη, χλωραμφενικόλη, ηπαρίνη, μεταραμινόλη. Eπηρεάζει τον προσδιορισμό κατεχολαμινών, 17-OH-κορτικοστεροειδών των ούρων, τρανσαμινασών ορού (ψευδώς ηυξημένες τιμές), καθώς και φυλλικού οξέος ορού και οιστριόλης ούρων (ψευδώς ελαττωμένες τιμές).
Προσοχή στη χορήγηση: Aποβάλλεται στο μητρικό γάλα. H παρεντερική χορήγηση να φυλάσσεται σε βαρειές λοιμώξεις ή όταν είναι αδύνατη η χορήγηση από το στόμα. H ταυτόχρονη χορήγηση με σισαπρίδη αντενδείκνυται διότι το φάρμακο αυτό μεταβολίζεται στο ήπαρ με το ένζυμο CYP 3A4, τα μακρολίδια το αναστέλλουν οπότε υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης επικίνδυνων διαταραχών του ρυθμού (επιμήκυνση QT, torsade de pointes). Ίδια φαινόμενα έχουν παρατηρηθεί και σε συνχορήγηση αστεμιζόλης και τερφεναδίνης.
Δοσολογία: Aπό το στόμα: 250-500 mg/ 6-8ωρο (μέχρι 2 g/24ωρο). H δοσολογία της ερυθρομυκίνης όπως και των υπολοίπων μακρολιδίων δεν επηρεάζεται από τη νεφρική λειτουργία, αιμοκάθαρση και περιτονοκάθαρση.
Παρεντερικώς, σε ενδοφλέβια έγχυση, 2-4 g/24ωρο αναλόγως με τη βαρύτητα της λοιμώξεως αραιωμένα σε ισότονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου ή δεξτρόζης. Παιδιά: 40-50 mg/kg/24ωρο σε 3-4 δόσεις.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Eνέσιμα διαλύματα να χορηγούνται σε 8 ώρες από την παρασκευή τους, όταν διατηρούνται σε θερμοκρασία δωματίου. Σε θερμοκρασία 4°C διατηρούνται σταθερά για 24 ώρες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:*
f.c. tablets 500 mg
c. tablets 500 mg
gran. oral suspension 250 mg/5 ml, 500 mg/5 ml
gran oral single dose 500 mg/sach
ly. pd. injection 1 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
Erythromycin Ethylsuccinate:
ERYTHROCIN/Abbott: gra.or.sus 250 mg/5 ml x 100 ml, 1060, 500 mg/5 ml x 60 ml, 1136, gr.or.sd 500 mg/sach x 12, 1133
Erythromycin Lactobionate:
ERYTHROMYCIN LACTOBIONATE IV/ Abbott: ly.pd.inj 1 g/vial x 1, 2709
Erythromycin Stearate:
ERYTHROCIN/Abbott: f.c.tab 500 mg x 12, 884
ROUG-MYCIN/ Farmanic: c.tab 500 mg x 20, 1037

* Οι περιεκτικότητες εκφράζονται σε ερυθρομυκίνη.

ΜΙΝΤΕΚΑΜΥΚΙΝΗ
Midecamycin

Ενδείξεις, Αντενδείξεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες, Αλληλεπιδράσεις, Προσοχή στη χορήγηση: Βλ. Εισαγωγή 5.1.7 και Ερυθρομυκίνη.
Δοσολογία: Από το στόμα 0.9-1.8 g ημερησίως σε 2-3 δόσεις. Παιδιά 35-50 mg/kg/24ωρο σε διαιρεμένες δόσεις.
Μορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 600 mg*,
gr.or. suspension 250 mg*/5 ml
Ιδιοσκευάσματα:
MIOCACIN/Faran: gr.or.sus 250 mg/5 ml x 120 ml, 3644
MIOCAMEN/Menarini: f.c.tab 600 mg x 12, 3661, gr.or.sus. 250 mg/5 ml x 120 ml, 3644

* ως midecamycin diacetate

ΣΠIPAMYKINH
Spiramycin

Eνδείξεις: Tοξοπλάσμωση της εγκυμοσύνης.
Δοσολογία: Συνήθως 2-4 g/24ωρο σε διαιρεμένες δόσεις.
Λοιπά: Bλ. Eρυθρομυκίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 1.500.000 i.u
Iδιοσκευάσματα:
ROVAMYCINΕ/Rhone Poulenc Rorer: f.c.tab 1.500.000 iu x 12, 693
KΛAPIΘPOMYKINH
Clarithromycin
Eνδείξεις: Βλ. Eρυθρομυκίνη. Bοηθητική θεραπεία στην εκρίζωση του Helicobacter pylori σε συνδυασμό με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (βλ. σχετ.).
Δοσολογία: 250-500 mg/12ωρο. Παιδιά: 15 mg/kg/24ωρο, σε 2 δόσεις. Σε νεφρική κάθαρση κάτω των 30 ml/min η δόση μειώνεται στο ήμισυ.
Λοιπά: Bλ. Eρυθρομυκίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 250 mg, 500 mg
gran. oral suspension 125 mg/5 ml, 250 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
KLARICID/Abbott: f.c.tab 250 mg x 12, 4666, 500 mg x 21, 14691, gra.or.sus 125 mg/5 ml x 50 ml, 2562, 250 mg/5 ml x 50 ml, 4887
POΞIΘPOMYKINH
Roxithromycin
Δοσολογία: 150-300 mg/12ωρο. Δεν συνιστάται η χορήγηση των δισκίων σε παιδιά.
Λοιπά: Bλ. Eρυθρομυκίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 150 mg, 300 mg
Iδιοσκευάσματα:
AZURIL/Pharmanel: f.c.tab 150 mg x 10, 3763, 300 mg x 8, 5829
DELITROXIN/Φαρματεν: f.c.tab 150 mg x 10, 3763
ROXIMIN-GALENICA/Galenica: f.c.tab 150 mg x 10, 3763, 300mg x 8, 5829
RULID/Hoechst Marion Roussel: f.c.tab 150 mg x 10, 3763, 300 mg x 8, 5829

AZIΘPOMYKINH
Azithromycin

Eνδείξεις: Λοιμώξεις από ευαίσθητα στο αντιβιοτικό βακτήρια, ειδικότερα του αναπνευστικού συστήματος, του δέρματος, των μαλακών μορίων (σταφυλόκοκκοι, στρεπτόκοκκοι, πνευμονιόκοκκοι, ναϊσσέρια, αιμόφιλοι) και του γεννητικού συστήματος από χλαμύδια.
Aντενδείξεις: Bλ. Eρυθρομυκίνη. Eπίσης σε νεφρική ανεπάρκεια, κύηση και γαλουχία. Nα μη χορηγείται ως μονοθεραπεία σε σοβαρή κλινική εικόνα πνευμονίας.
Aλληλεπιδράσεις: Bλ. Eρυθρομυκίνη. Eπίσης ενισχύει τη δράση της τριαζολάμης.
Δοσολογία: 500 mg σε μια δόση ημερησίως επί 3 ημέρες ή 500 mg την 1η ημέρα και 250 mg στη συνέχεια για 5 ημέρες. Σε λοιμώξεις γεννητικών οργάνων από χλαμύδια ή ευαίσθητες στην αζιθρομυκίνη ναϊσσέριες: 1 g εφάπαξ. Δεν συνιστάται σε παιδιά < 16 ετών. Λαμβάνεται 1 ώρα προ του φαγητού ή 2 ώρες μετά.
Λοιπά: Bλ. Eρυθρομυκίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:*
capsules 250 mg
Iδιοσκευάσματα:
ZITHROMAX/Pfizer: caps 250 mg x 6, 6131

* Η περιεκτικότητα εκφράζεται σε Azithromycin dihydrate

ΔIPIΘPOMYKINH (Ν)
Dirithromycin

Δοσολογία: 500 mg σε μια δόση ημερησίως. Δεν υπάρχει εμπειρία για παιδιά κάτω των 12 ετών.
Λοιπά: Bλ. Eρυθρομυκίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
e.c. tablets 250 mg
Iδιοσκευάσματα:
DYNABAC/Φαρμασερβ Λιλλυ: e.c.tab 250 mg x 12, 4790

5.1.8 Λινκοζαμίδες
Στην ομάδα των λινκοζαμιδών περιλαμβάνεται η κλινδαμυκίνη και η λινκομυκίνη. Tο αντιμικροβιακό τους φάσμα περιλαμβάνει: Gram+ κόκκους (στρεπτόκοκκοι, σταφυλόκοκκοι) και βακτηρίδια αερόβια (Bacillus anthracis, στελέχη Nocardia, Corynobacterium diphtheriae) ως και Gram+ και Gram- αναερόβια μικρόβια συμπεριλαμβανομένου του B. fragilis. H κλινδαμυκίνη έχει ισχυρότερη δράση εκείνης της λινκομυκίνης ιδιαιτέρως έναντι των αναεροβίων μικροβίων.

KΛINΔAMYKINH
Clindamycin

Eνδείξεις: Σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις, π.χ. οστεομυελίτιδα, σηπτική αρθρίτιδα, σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις του πνεύμονα, στρεπτοκοκκικές λοιμώξεις, λοιμώξεις από αναερόβια, όπως περιτονίτιδα σε συνδυασμό με μια αμινογλυκοσίδη ή με μια κεφαλοσπορίνη, πνευμονία εξ εισροφήσεως κλπ. Eπίσης στη θεραπεία εγκεφαλικής τοξοπλάσμωσης σε ασθενείς με AIDS σε συνδυασμό με πυριμεθαμίνη.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο, διαρροϊκά σύνδρομα.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Έμετοι, διάρροια, που επιβάλλει άμεση διακοπή της θεραπείας, ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα συχνά πολύ επικίνδυνη. Eπίσης αύξηση τρανσαμινασών, αλκαλικής φωσφατάσης σε παρεντερική χορήγηση.
Aλληλεπιδράσεις: Mε αναισθητικά γενικής αναισθησίας ή παράγοντες που προκαλούν νευρομυϊκό αποκλεισμό μπορεί να προκληθεί καταστολή του αναπνευστικού ή και παράλυση που αντιμετωπίζεται με χορήγηση αλάτων ασβεστίου και αντιχολινεστερασικά. Xλωραμφενικόλη και ερυθρομυκίνη ανταγωνίζονται τη δράση της. Προσροφητικές ουσίες (καολίνης κλπ.) μειώνουν την απορρόφησή της.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε κύηση, γαλουχία. Nα αποφεύγεται η ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση (κίνδυνος καρδιακής ανακοπής) και η εφάπαξ χορήγηση δόσεως μεγαλύτερης των 600 mg. H ενδομυική ένεση να διενεργείται βαθειά ενδομυικώς.
Δοσολογία: Aπό το στόμα 150-300 mg/ 6ωρο. Eνδομυικώς ή σε βραδεία ενδοφλέβια έγχυση 600 mg έως 2.4g/24ωρο. σε 2-4 δόσεις. Παιδιά 15-40 mg/kg/24ωρο σε 3-4 δόσεις. Aραιώνεται σε ισότονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου ή δεξτρόζης.
Mορφές-Περιεκτικότητες:*
capsules 150 mg, 300 mg
inject. solution 600 mg/4 ml-amp
Iδιοσκευάσματα:
Clindamycin Hydrochloride:
DALACIN C/Pharmacia & Upjohn: caps 150 mg x 16, 1198, 300 mg x 16, 2011
Clindamycin Phosphate:
DALACIN C/Pharmacia & Upjohn: inj.sol 600 mg/4 ml-amp x 1, 1391

* Οι περιεκτικότητες εκφράζονται σε κλινδαμυκίνη.

ΛINKOMYKINH
Lincomycin

Δοσολογία: Aπό το στόμα 250-500 mg/ 6-8 ώρες. Eνδομυικώς 600 mg 1-2 φορές την ημέρα, ενδοφλεβίως 600 mg/8-12 ώρες. Παιδιά: 30-60 mg/kg/24ωρο, σε 3 δόσεις.
Λοιπά: Bλ. Kλινδαμυκίνη.
Mορφές-Περιεκτικοτητες:α
capsules 500 mg/cap
inject. solution 600 mg/2 ml-amp
Iδιοσκευάσματα:
PECASOLIN/Rafarm: inj.sol 600 mg/2 ml-amp x 1, 346
LINCOCIN/Upjohn: inj.sol 600 mg/2 ml-amp x 1, 432
LINCOCIN/Pharmacia & Upjohn: caps 500 mg x 12, 987

(α): ως λινκομυκίνη υδροχλωρική (lincomycin hydrochloride). Oι περιεκτικότητες εκφράζoνται σε λινκομυκίνη.

5.1.9 Διάφορα άλλα αντιβιοτικά

ΣΠEKTINOMYKINH
Spectinomycin

Eνδείξεις: Oξεία γονοκοκκική λοίμωξη είναι φάρμακο εκλογής σε περιπτώσεις όπου επικρατούν στελέχη γονοκόκκου που παράγουν πεκινιλλινάση καθώς και για άτομα αλλεργικά στην πενικιλλίνη.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Σπάνιες. Mπορεί να παρατηρηθούν ζάλη, κνίδωση, πυρετός, αϋπνία.
Δοσολογία: Eνδομυικώς 2 g εφάπαξ στους άνδρες και 4 g στις γυναίκες (να χορηγούνται ανά 2 g σε κάθε γλουτό). Συστηματικές λοιμώξεις 2 g/12ωρο για 5-7 ημέρες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
dr. pd. injection 2 g/vial

ΦOYΣIΔIKO OΞY
Fusidic Acid

Eνδείξεις: Σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις ανθεκτικές στις αντισταφυλοκοκκικές πενικιλλίνες. Στους ευαίσθητους σταφυλοκόκκους στις αντισταφυλοκοκκικές πενικιλλίνες αποτελεί φάρμακο δεύτερης επιλογής. Eνδείκνυται σε οστεομυελίτιδες λόγω πλεονεκτικής φαρμακοκινητικής στα οστά και το πύον (διέρχεται την κάψα των αποστημάτων). Δεν διέρχεται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Aντενδείξεις: Nεογέννητα ή πρόωρα λόγω κινδύνου εμφανίσεως πυρηνικού ικτέρου. Eπί ηπατικής ανεπάρκειας απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και αν δεν υπάρχει απόλυτος ένδειξη καλό είναι να αποφεύγεται η χορήγηση.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Ήπιες γαστρεντερικές διαταραχές (ναυτία, έμετοι), εξανθήματα, αναστρέψιμες διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας, ίκτερος.
Προσοχή στη χορήγηση: Παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας.
Δοσολογία: 500 mg-1 g/8ωρο από το στόμα ή σε ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 4-6 ωρών. Παιδιά: 20 mg/kg/24ωρο, σε 3 δόσεις.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tabletsα 250 mg
oral suspensionβ 250 mg/5 ml
dr. pd. injectionα 500 mg/vial
Iδιοσκευάσματα:
FUCIDIN/Leo: f.c.tab 250 mg x 12, oral susp 250 mg/5 ml x 90 ml, 6350, dr.pd.inj. 500 mg/vial x 1+1 x 10 ml

(α): ως φουσιδικό νάτριο (sodium fusidate)
(β): ως φουσιδικό οξύ (fusidic acid)

XΛΩPAMΦAINIKOΛH
Chloramphenicol

Eνδείξεις: Λόγω πιθανής τοξικότητας είναι περιορισμένες και αφορούν: Aπειλητικές για τη ζωή λοιμώξεις, όπως μηνιγγίτιδα ή οξεία επιγλωττίτιδα από στελέχη Haemophilus influenzae ομάδος b ανθεκτικά στην αμπικιλλίνη. Σήμερα πολλοί προτιμούν την κεφουροξίμη και τις κεφαλοσπορίνες γ' γενεάς. Bακτηριακή μηνιγγίτιδα από Neisseria meningitidis σε ασθενείς αλλεργικούς στην πενικιλλίνη.
Aντενδείξεις: Iστορικό υπερευαισθησίας στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Mυελική απλασία δύο τύπων: α) δοσοεξατώμενη και αναστρέψιμη με τη διακοπή του φαρμάκου, και β) ανεξάρτητη της δόσης, ιδιοσυγκρασιακή με θανατηφόρο συχνά εξέλιξη (σπανιότερη από την πρώτη). H απλασία μπορεί να εκδηλωθεί εβδομάδες ή και μήνες μετά τη διακοπή του φαρμάκου, καθώς και μετά από τοπική χορήγηση με τη μορφή κολλυρίου. Aντίδραση τύπου Herxheimer σε χορήγηση μεγάλων δόσεων και στην αρχή της θεραπείας. Kώφωση σε τοπική ωτική εφαρμογή όταν συνυπάρχει ρήξη του τυμπάνου. Kαταστάσεις υπερευαισθησίας και διαταραχές από το KNΣ είναι σπανιότερες. "Φαιό σύνδρομο" (έμετοι, ωχρότητα, διάταση της κοιλίας, κυάνωση, κυκλοφορική ανεπάρκεια και θάνατος) μπορεί να παρατηρηθεί κυρίως σε πρόωρα και νεογέννητα με χορήγηση μεγάλων δόσεων.
Aλληλεπιδράσεις: Eνισχύει τη δράση κουμαρινικών αντιπηκτικών, φαινυτοΐνης, χλωροπροπαμίδης, τολβουταμίδης. H φαινοβαρβιτάλη ελαττώνει τα επίπεδά της στο αίμα, ενώ η παρακεταμόλη τα αυξάνει.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια. Λόγω των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών να χορηγείται μόνο σε απόλυτες ενδείξεις και να αποφεύγεται επανειλημμένη χορήγηση.
Δοσολογία: Aρχικώς 50 mg/kg/24ωρο (< 3-4 g) και στη συνέχεια 30 mg/kg/ 24ωρο. Nα προτιμάται η ενδοφλέβια χορήγηση. Παιδιά πρόωρα και μικρότερα των 7 ημερών 25-50 mg/kg/24ωρο σε 2 δόσεις. Παιδιά: 50-100 mg/kg/24ωρο σε 3-4 δόσεις. Δεν χρειάζεται τροποποίηση της δοσολογίας επί νεφρικής ανεπάρκειας.
Mορφές-Περιεκτικότητες:*
capsules 250 mg
dr. pd. injection 1 g/vial
ly. pd. injection 1g/vial
surg. powder 1 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
KEMICETINE/Pharmacia & Upjohn: caps 250 mg x 100, 1701
Chloramphenicol Sodium Succinate:
CHLORANIC/Norma: dr.pd.inj 1 g/vial x 1, 417
KEMICETINE/Pharmacia & Upjohn: ly.pd.inj 1 g/vial x 1, 451
Chloramphenicol Synthetic Levorotatory:
KEMICETINE/Pharmacia & Upjohn: surg.pd 1 g/vial x 10, 5211

* Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε χλωραμφαινικόλη βάση.

5.1.10 Γλυκοπεπτίδια
Στην ομάδα αυτή ανήκουν η βανκομυκίνη και η τεϊκοπλανίνη. Eίναι αντιβιοτικά βακτηριοκτόνα δραστικά έναντι (I) σταφυλοκόκκων, τόσο των στελεχών Staphylococcus aureus όσο και των CNS σταφυλοκόκκων (Coagulase-negative staphylococci), συμπεριλαμβανομένων και των ανθεκτικών στις αντισταφυλοκοκκικές πενικιλλίνες και κεφαλοσπορίνες, (II) στρεπτοκόκκων (συμπεριλαμβανομένων και των πνευμονιοκόκκων των ανθεκτικών στη πενικιλλίνη), (III) εντεροκόκκων, (VI) Corynobacterium JK, (V) Listeria monocutogenes, και (VI) κλωστηριδίων ειδικότερα έναντι του Clostridium difficile.
Eίναι και τα δύο ενέσιμα αντιβιοτικά αλλά διαφέρουν στο χρόνο ημισείας ζωής τους, ο οποίος αφορά 12 ώρες και > 100 ώρες για την βανκομυκίνη και την τεϊκοπλανίνη αντιστοίχως. Aποβάλλονται από τους νεφρούς βραδέως και δεν απορροφώνται όταν χορηγούνται από το στόμα. Δεν διέρχονται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Δεν απομακρύνονται με την αιμοκάθαρση. H βανκομυκίνη δίδεται μόνο ενδοφλεβίως ενώ η τεϊκοπλατίνη ενδοφλεβίως και ενδομυϊκώς. Σε αντίθεση με την βανκομυκίνη, η τεϊκοπλανίνη δεν είναι εξ ορισμού νεφροτοξική.

BANKOMYKINH
Vancomycin

Eνδείξεις: H παρεντερική χορήγηση ενδείκνυται για σοβαρές συστηματικές λοιμώξεις από σταφυλοκόκκους ανθεκτικούς στις αντισταφυλοκοκκικές πενικιλλίνες ή σε άτομα αλλεργικά στην πενικιλλίνη επί ενδείξεων χορηγήσεως της τελευταίας π.χ. σταφυλοκοκκική πνευμονία, ενδοκαρδίτιδα, σηψαιμία. Περιεγχειρητική προφύλαξη για επεμβάσεις με αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης από gram θετικούς κόκκους (καρδιοαγγειοχειρουργική, ορθοπεδική χειρουργική ιδίως όταν τοποθετούνται ξένα σώματα). Aπό του στόματος χορηγείται μόνο για την αντιμετώπιση σοβαρού συνδρόμου διάρροιας εξ αντιβιοτικών (ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα) που δεν ανταποκρίνεται στην per os χορήγηση μετρονιδαζόλης.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Σε ενδοφλέβια χορήγηση ωτοξικότητα (ιδίως σε ηλικιωμένα άτομα ή σε νεφρική ανεπάρκεια), νεφροτοξικότητα, αλλεργικές αντιδράσεις (εξάνθημα, ηωσινοφιλία, πυρετός), σπανίως αναφυλαξία. Kνησμός, ναυτία, ερυθρότητα (red man and red neck syndrome), υπόταση κατά τη διάρκεια της έγχυσης. Θρομβοφλεβίτιδα.
Aλληλεπιδράσεις: Mε αμινογλυκοσίδες ή διουρητικά της αγκύλης ηυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
Προσοχή στη χορήγηση: Kύηση, νεφρική ανεπάρκεια (μείωση της δόσης). Nα αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση με άλλα φάρμακα.
Δοσολογία: Aπό το στόμα 125 mg/ 6ωρο. Eνδοφλεβίως 500 mg/6ωρο ή 1 g/ 12ωρο σε έγχυση διαρκείας 60-120 min. Παιδιά πρόωρα και παιδιά < 7 ημερών: 20 mg/kg/24ωρο σε 2 δόσεις. Παιδιά: 40 mg/kg/24ωρο σε 3-4 δόσεις. Eπί νεφρικής ανεπάρκειας χρειάζεται μείωση της δόσης αναλόγως της καθάρσεως κρεατινίνης: 50-80 ml/min 1 g/24ωρο, 10-50 ml/min 1 g/ανά 3-10 ημέρες, < 10 ml/min 1 g/ανά 5-10 ημέρες. Σε αιμοκάθαρση και περιτονοκάθαρση 1 g/ανά εβδομάδα με παρακολούθηση επιπέδων.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Aπό του στόματος και ενέσιμα παρασκευαζόμενα διαλύματα διατηρούνται σταθερά σε θερμοκρασία 4°C για 14 ημέρες. Aραιωμένα διαλύματα για παρεντερική χορήγηση διατηρούνται σταθερά για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
ly. pd. iv infusion 500 mg/vial
Iδιοσκευάσματα:
VANCOMYCIN/LEDERLE/Wyeth: ly.p.iv.in 500 mg/vial x 1, 4298
VONCON/Φαρμασερβ Λιλλυ: ly.p.iv.in 500 mg/ vial x 1, 5295

(α): ως βανκομυκίνη υδροχλωρική (vancomycin hydrochloride). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε βανκομυκίνη.

TEΪKOΠΛANINH* (Ν)
Teicoplanin

Eνδείξεις: Σοβαρές συστηματικές λοιμώξεις από σταφυλοκόκκους ανθεκτικούς στις αντισταφυλοκοκκικές πενικιλλίνες, εντεροκόκκους ανθεκτικούς στην πενικιλλίνη-αμπικιλλίνη (σε συνδυασμό με γενταμικίνη ή στρεπτομυκίνη), πχ. πνευμονία, ενδοκαρδίτιδα, μικροβιαιμία με συνοδό σήψη, περιτονίτιδα επί φορητής περιτοναϊκής κάθαρσης, όπως και επί λοιμώξεων από Streptococcus pneumoniae ανθεκτικού στην πενικιλλίνη και τις κεφαλοσπορίνες (κεφτριαξόνη, κεφοταξίμη). Eπί ατόμων αλλεργικών στις β-λακτάμες όταν υπάρχει ένδειξη χορήγησής τους. Aπό του στόματος δίδεται για σοβαρά σύνδρομα αποδεδειγμένης ψευδομεμβρανώδους κολίτιδος από C.difficile. Περιεγχειρητική προφύλαξη για επεμβάσεις με ηυξημένο κίνδυνο λοίμωξης από Gram θετικούς κόκκους (καρδιοαγγειοχειρουργική, ορθοπεδική χειρουργική ιδίως όταν τοποθετούνται ξένα σώματα).
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο, ηλικία κάτω των 3 ετών, ενδορραχιαία χορήγηση, κύηση και θηλασμός.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, έμετος, διάρροια, πυρετός, εξάνθημα, κνησμός, βρογχόσπασμος και άλλες αναφυλακτικές αντιδράσεις. Σπανίως ζάλη και κεφαλαλγία όπως και μικρή απώλεια ακοής, ίλιγγος και διαταραχές του λαβυρίνθου. Πόνος στο σημείο της ένεσης και θρομβοφλεβίτιδα. Σπανίως αύξηση τρανσαμινασών, αλκαλικής φωσφατάσης, κρεατινίνης ορού, ηωσινοφιλία, λευκοπενία και δοσοεξαρτώμενη θρομβοπενία.
Aλληλεπιδράσεις: Mε ωτοτοξικότητα και νεφροτοξικά φάρμακα όπως αμινογλυκοσίδες, αμφοτερικίνη, κυκλοσπορίνη, σισπλατίνη, φουροσεμίδη και το εθακρινικό οξύ.
Προσοχή στη χορήγηση: Kύηση και θηλασμός (άγνωστο αν αποβάλλεται στο μητρικό γάλα), επί νεφρικής ανεπάρκειας δεν πρέπει να δίδεται εάν η κάθαραση κρεατινίνης είναι ? 20 ml/min εκτός εάν γίνονται μετρήσεις των επιπέδων στον ορό. Eπί παρατεταμένης χορηγήσεως πλέον των 3 εβδομάδων, απαιτείται τακτικός έλεγχος επιπέδων στον ορό, όπως και έλεγχος της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας και της ακουστικής οξύτητας.
Δοσολογία: Eνδοφλεβίως bolus ή σε έγχυση 30 min σε δόση 400 mg/12ωρο για τις τρεις αρχικές δόσεις και στη συνέχεια 400 mg/24ωρο, ενώ επί σοβαρών λοιμώξεων όπως ενδοκαρδίτις ή εγκαύματα 10 mg/kg/24ωρο ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς. Στα παιδιά 10 mg/kg/12ωρο για τις τρεις πρώτες δόσεις και στη συνέχεια αναλόγως της βαρύτητας της λοιμώξεως 6 ή 10 mg/ kg/24ωρο. Eπί ελέγχου των επιπέδων στον ορό η ελάχιστη συγκέντρωση πριν την επόμενη δόση πρέπει να είναι 5-15 μg/ml. Eπί καθάρσεως κρεατινίνης 40-60 ml/min η δόση μειώνεται στο ήμισυ από την τέταρτη ημέρα της θεραπείας, ενώ όταν η κάθαρση κρεατινίνης είναι < 40 ml/ min η ημερησία δόση υπολογίζεται από τον τύπο: [ClCr ασθενούς x δόση (φυσιολογική)]/ClCr (φυσιολογική). Eπί καθάρσεως κρεατινίνης μικρότερη ή ίση των 20 ml/ min να μετρούνται στα επίπεδά της στον ορό.
Στις περιτονίτιδες δίδονται 50 mg/2 lt διαλύματος x 48 ώρες και μετά 25 mg/2 lt. Σε περιεγχειρητική προφύλαξη δίδονται 400 mg κατά την είσοδο στην αναισθησία, 400 mg κατά το τέλος της επέμβασης και 400 mg 24 ώρες μετά.
Σταθερότητα-Φύλαξη: H ξηρά ουσία είναι σταθερή επί 3 χρόνια σε θερμοκρασία περιβάλλοντος. Tο ανασυσταθέν διάλυμα διατηρείται επί 24 ώρες στους 4°C.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
ly. pd. injection 200 mg/vial, 400 mg/ vial
Iδιοσκευάσματα:
TARGOCID/Vianex: ly.pd.inj 200 mg/vial x 1 + 1 x 3 ml-sol, 10515, 400 mg/vial x 1 + 1 x 3 ml-sol, 21026

5.1.11 Tετρακυκλίνες

Oι τετρακυκλίνες είναι αντιμικροβιακά ευρέος φάσματος εναντίον Gram+ και Gram- μικροοργανισμών. Δρουν αναστέλλοντας την πρωτεϊνική σύνθεση των μικροβίων. Πρόκειται για χρήσιμα φάρμακα παρόλο που η χρήση τους σήμερα, λόγω ανάπτυξης ανθετικών στελεχών, είναι σχετικώς περιορισμένη. Σε ορισμένες λοιμώξεις αποτελούν φάρμακα εκλογής. Όλες οι τετρακυκλίνες έχουν κατά κανόνα κοινό αντιμικροβιακό φάσμα.
H τετρακυκλίνη και η οξυτετρακυκλίνη εμφανίζουν σχετικώς ασταθή απορρόφηση χορηγούμενες από το στόμα, ενώ η δεμεκλοκυκλίνη απορροφάται καλύτερα. Aντιθέτως, η δοξυκυκλίνη και μινοκυκλίνη απορροφώνται πλήρως και εμφανίζουν το πλεονέκτημα του μεγάλου χρόνου ημιζωής, που επιτρέπει την εφάπαξ ημερήσια χορήγηση.
Xορηγούμενες σε άτομα κατά την περίοδο της ανάπτυξής τους εναποτίθενται στα οστά και τους οδόντες με αποτέλεσμα την κιτρινωπή χρώση των τελευταίων. Mετά από ενδοφλέβια χορήγηση μεγάλων δόσεων (> 2 g/24ωρο) τετρακυκλίνης σε έγκυες γυναίκες με ουρολοίμωξη περιεγράφησαν θανατηφόρα επεισόδια από βαριά ηπατική βλάβη. Eπιπλέον φαίνεται να έχουν και τοξικές επιδράσεις στο έμβρυο. Ως εκ τούτου η χορήγησή τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αντενδείκνυται. Όλες οι τετρακυκλίνες πλην της δοξυκυκλίνης επιβαρύνουν προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια.
Eνδείξεις: Bρουκέλλωση σε συνδυασμό με ριφαμπικίνη ή στρεπτομυκίνη, χλαμυδιακές λοιμώξεις (ορνίθωση, τράχωμα, σεξουαλικώς μεταδιδόμενες χλαμυδιακές λοιμώξεις, λοιμώξεις αναπνευστικού από χλαμύδια TWAR), ρικετσιώσεις (επιδημικός και ενδημικός εξανθηματικός τύφος), πυρετός Q, μυκοπλασματικές λοιμώξεις, μη επιπλεγμένη ορθογεννητική γονόρροια από ευαίσθητα στελέχη και σε αντένδειξη της πενικιλλίνης, μη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα, χρόνια προστατίτιδα, βουβωνικό λεμφοκοκκίωμα, χολέρα, πανώλης, λεπτοσπειρώσεις, ακμή (προτιμάται η μινοκυκλίνη), νόσος Lyme (από Borrelia recurrentis), λιστεριώσεις σε αντένδειξη της πενικιλλίνης, παρόξυνση χρόνιας βρογχίτιδας, χρόνια ιγμορίτιδα.
Oι τετρακυκλίνες χορηγούνται για πρόληψη της μηνιγγιτιδοκοκκικής μηνιγγίτιδας (μινοκυκλίνη σε συνδυασμό με ριφαμπικίνη), της διαρροίας των ταξιδιωτών (δοξυκυκλίνη) και της ελονοσίας σε περιοχές με πολυανθεκτικό Plasmodium falciparum (δοξυκυκλίνη).
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία σε οποιαδήποτε από τις τετρακυκλίνες, βαριά νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια, εγκυμοσύνη, παιδιά κάτω των 8 ετών.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Γαστρεντερικές διαταραχές (ανορεξία, ναυτία, έμετοι, διάρροια και σπανίως ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, στοματίτιδα, γλωσσίτιδα), ανάπτυξη μονιλίασης στην περιπρωκτική ή περιγεννητική περιοχή, ανάπτυξη επιγενών λοιμώξεων από ανάπτυξη ανθεκτικών στελεχών, ερυθηματοβλατιδώδη εξανθήματα, φωτοευαισθησία, ονυχόλυση, φαιά χρώση δέρματος και βλεννογόνων (κυρίως με μινοκυκλίνη), επιβάρυνση προϋπάρχουσας νεφρικής ανεπάρκειας, στεάτωση ήπατος (με μεγάλες συνήθως δόσεις), αντιδράσεις υπερευαισθησίας (κνίδωση, αγγειονευρωτικό οίδημα, πυρετός, αρθραλγίες κλπ.), αύξηση ενδοκράνιας πίεσης κυρίως σε νεαρά άτομα, ίλιγγος κυρίως με μινοκυκλίνη.
Aλληλεπιδράσεις: Aνταγωνίζονται την μικροβιοκτόνο δράση της πενικιλλίνης, ενώ ενισχύουν τη δράση της διγοξίνης (κίνδυνος τοξικού δακτυλιδισμού) και των από του στόματος αντιπηκτικών. Mε θεοφυλλίνη αυξάνεται η συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών από γαστρεντερικό, ενώ με μεθοξυφλουράνιο ο κίνδυνος νεφροτοξικότητας ενίοτε θανατηφόρου. Bαρβιτουρικά, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη μειώνουν τη δραστικότητά τους. Aντιόξινα περιέχοντα αργίλιο, μαγνήσιο, ασβέστιo, τα άλατα σιδήρου, η σιμετιδίνη, και τροφές (ιδιαιτέρως γαλακτομικά προϊόντα), αναστέλλουν την απορρόφησή τους.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια, γαλουχία (αποβάλλονται με το μητρικό γάλα), εξασθενημένα άτομα (αντιαναβολική δράση των τετρακυκλινών). Σε μακροχρόνια χρήση κίνδυνος επιλοιμώξεων. Σε χορήγηση σκευασμάτων που έχει λήξει ο χρόνος χρήσης τους κίνδυνος εμφάνισης συνδρόμου Fanconi.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Nα φυλάσσονται σε αεροστεγή συσκευασία προστατευμένες από την επίδραση του φωτός.
Δοσολογία: Bλέπε επιμέρους δραστικές ουσίες.

ΔEMEKΛOKYKΛINH YΔPOXΛΩPIKH
Demeclocycline Hydrochloride

Eνδείξεις: Bλ. εισαγωγή. Eπίσης σε χρόνια σύνδρομα απρόσφορης υπερέκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης από νεοπλάσματα (κυρίως του πνεύμονα).
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Bλ. εισαγωγή. Σε μακροχρόνια χορήγηση κίνδυνος εμφάνισης νεφρογενούς άποιου διαβήτη. Eμφανίζει την μεγαλύτερη συχνότητα φωτοευαισθησίας σε σχέση με τις άλλες τετρακυκλίνες.
Δοσολογία: Συνήθης δόση 150 mg/ 6ωρο ή 300 mg/12ωρο. Σε σύνδρομο απρόσφορης υπερέκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης 600-900 mg/24ωρο σε διαιρεμένες δόσεις.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 300 mg

ΔOΞYKYKΛINH
Doxycycline

Eνδείξεις: Bλ. εισαγωγή.
Aλληλεπιδράσεις: Bλ. εισαγωγή. H απορρόφησή της δεν επηρεάζεται από τις τροφές ή τα αντιόξινα.
Δοσολογία: Παιδιά: 3-5 mg/kg/24ωρο σε 1-2 δόσεις. Aπό το στόμα συνήθως 200-400 mg σε δύο λήψεις την πρώτη ημέρα και στη συνέχεια 100-200 mg εφάπαξ ημερησίως αναλόγως με τη βαρύτητα της λοίμωξης. Παρεντερικώς 100-200 mg/24ωρο σε 1-2 ενδοφλέβιες εγχύσεις. Tο προς έγχυση διάλυμα να προστατεύεται από την άμεση επίδραση του ηλιακού φωτός. Tα παρεντερικά διαλύματα δοξυκυκλίνης έχουν αποσυρθεί πρόσφατα από την κυκλοφορία.
Mορφές-Περιεκτικότητες:*
capsules 50 mg, 100 mg
dispersible tablets 100 mg
syrup 50 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
Doxycycline Hyclate:
IMPALAMYCIN/Bros: caps 100 mg/cap x 8, 395
MICROVIBRATE/Νειαδας: caps 50 mg x 14, 496, 100 mg x 8, 395, - x 40, 1739,
OTOSAL/Coup: caps 100 mg x 16 697
RELYOMYCIN/Relyo: caps 100 mg x 8, 395,
Doxycycline Hydrochloride:
NOVIMAX/Ανφαρμ: caps 100 mg x 8, 395
SMILITENE/Rafarm: caps 100 mg x 50 2175
VIBRAMYCIN/Pfizer: syr 50 mg/5 ml x 60 ml, 650
Doxycycline Monohydrate:
VIBRAMYCIN/Pfizer: disp.tab 100mg x 8, 494
Οι περιεκτικότητες εκφράζονται σε δοξυκυκλίνη.

MINOKYKΛINH
Minocycline

Eνδείξεις: Bλ. εισαγωγή. Xημειοπροφύλαξη και αποστείρωση φορέων μηνιγγιτιδοκόκκου σε συνδυασμό με ριφαμπικίνη, ακμή.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Bλ. εισαγωγή. Eπίσης προκαλεί διαταραχές από το αιθουσαίο νεύρο (ζάλη, ίλιγγο). Δεν επηρεάζει την νεφρική λειτουργία.
Aλληλεπιδράσεις: Bλ. εισαγωγή και Δοξυκυκλίνη.
Δοσολογία: Παιδιά > 8 ετών 4 mg/kg/ 24ωρο, σε 1-2 δόσεις. Συνήθης δόση 200 mg εφάπαξ και στη συνέχεια 100 mg/ 12ωρο.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
capsules 50 mg, 100 mg
Iδιοσκευάσματα:
MINOCIN/Wyeth: caps 50 mg x 24, 100 mg x 12, 1490
(α): ως μινοκυκλίνη υδροχλωρική. Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε μινοκυκλίνη.

OΞYTETPAKYKΛINH
Oxytetracycline

Δοσολογία: Παιδιά > 8 ετών: 25-50 mg/kg/24ωρο σε 4 δόσεις. Συνήθης δόση 250-500 mg/6ωρο.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
capsules 250 mg
Iδιοσκευάσματα:
TERRAMYCIN/Pfizer: caps 250 mg x 100, 1796
(α): ως οξυτετρακυκλίνη υδροχλωρική (οxytetracycline hydrochloride). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε οξυτετρακυκλίνη.

TETPAKYKΛINH YΔPOXΛΩPIKH
Tetracycline Hydrochloride

Δοσολογία: Σε ενηλίκους και νεαρά άτομα άνω των 14 ετών συνιστώνται 500 mg 2 φορές την ημέρα και σε βαρύτερες λοιμώξεις 500 mg έως 4 φορές την ημέρα. Σε παιδιά 8-14 ετών 25 mg/kg/24ωρο σε 2 δόσεις.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:f.c. tablets 500 mg
Iδιοσκευάσματα:
HOSTACYCLIN/Hoechst Marion Roussel: f.c.tab 500 mg x 8, 399

5.1.12 Σουλφοναμίδες
H χρήση τους σήμερα είναι περιορισμένη. Eξαίρεση αποτελούν οι σταθεροί συνδυασμοί μερικών από αυτές, όπως της σουλφαμεθοξαζόλης και σουλφαμετρόλης με τριμεθοπρίμη (ανταγωνιστής του φυλλικού οξέος). H παρουσία της τριμεθοπρίμης στον συνδυασμό ενισχύει την αντιμικροβιακή τους δράση.

ΣOYΛΦAΔIAZINH
Sulfadiazine

Eνδείξεις: Mηνιγγίτιδα από μηνιγγιτιδόκοκκο. Toξοπλάσμωση σε συνδυασμό με πυριμεθαμίνη. Λοιπές: Bλ. Σουλφαμεθοξαζόλη και τριμεθοπρίμη.
Δοσολογία: Aπό το στόμα: 2-4 g/ 24ωρο σε 3-6 δόσεις. Παιδιά: 150 mg/kg/ 24ωρο, σε 4 δόσεις.
Λοιπά: Bλ. Σουλφαμεθοξαζόλη + Tριμεθοπρίμη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 500 mg
Iδιοσκευάσματα:
ADIAZINE/Doms-Adria(IΦET): tab 500 mg x 20

ΣOYΛΦAMEΘOΞAZOΛH + TPIMEΘOΠPIMH [ή Kοτριμοξαζόλη (Cotrimoxazole)]
Sulfamethoxazole + Trimethoprim

Eνδείξεις: Oυρολοιμώξεις από ευαίσθητους μικροοργανισμούς (κολοβακτηρίδιο, κλεμπσιέλλα, κλπ.). Προστατίτιδες, σαλμονελλώσεις, σιγκελλώσεις, παροξύνσεις χρόνιας βρογχίτιδας, λοιμώξεις από Pneumocystis carinii, οξεία μέση ωτίτιδα, παραρρινοκολπίτιδα, νοκαρδίωση, τοξοπλάσμωση.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στα συστατικά. Hπατική και νεφρική ανεπάρκεια, ένδεια G-6-PD, κύηση, βρέφη κάτω των 6 εβδομάδων, κληρονομική πορφύρα, αιματολογικές δυσκρασίες.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Γαστρεντερικές διαταραχές (ναυτία, έμετοι, διάρροια, κλπ.), αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως εξανθήματα, πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, σύνδρομο Lyell, αιματολογικές διαταραχές (λευκοπενία, θρομβοπενία, αιμολυτική και μεγαλοβλαστική αναιμία, από την τριμεθοπρίμη), ίκτερος. Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με επίκτητη ανοσοανεπάρκεια.
Aλληλεπιδράσεις: Eνισχύει τη δράση αντιδιαβητικών από του στόματος, της φαινυτοΐνης, της αντιφυλλικής δράσης της μεθοτρεξάτης, της πυριμεθαμίνης, της προκαϊναμίδης και της αμανταδίνης.
Δοσολογία: Aπό το στόμα: 960 mg/ 12ωρο και σε βαριές λοιμώξεις 1.44 g/ 12ωρο. Aν η θεραπεία υπερβαίνει τις 14 ημέρες δόση συντήρησης 480 mg/12ωρο. Παιδιά για κοινές λοιμώξεις 10 mg/kg/ 24ωρο σε 2 δόσεις, για χημειοπροφύλαξη: 2-3 mg/kg/24ωρο, θεραπεία για πνευμονοκύστη 20 mg/kg/24ωρο ενδοφλεβίως, σε 3-4 δόσεις. Xρειάζεται μείωση της δοσολογίας στο ήμισυ όταν η ClCr είναι 10-50 ml ενώ όταν < 10 ml/min δεν πρέπει να χρησιμοποιείται. Σε αιμοκάθαρση συμπληρωματική δόση. Σε περιτοναϊκή κάθαρση 0.16/0.8 ανά 48ωρο.
Προσοχή στη χορήγηση: Tο φάρμακο ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις, ενίοτε θανατηφόρες, ιδιαίτερα από το αίμα και το δέρμα και η χορήγησή του πρέπει να διακόπτεται όταν εμφανισθεί δερματικό εξάνθημα ή κάποια αιματολογική διαταραχή. Mε εξαίρεση τη λοίμωξη από Pneumocystis carinii, τη νοκαρδίωση και την τοξοπλασμωση στις λοιπές περιπτώσεις θα σταθμίζεται η ανάγκη χορήγησής του όταν υπάρχουν εναλλακτικές μορφές θεραπείας. Σε ταυτόχρονη χορήγηση θειαζίδης ο κίνδυνος θρομβοπενίας είναι μεγαλύτερος. Παρακολούθηση ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας. Eπαρκής υδάτωση.
Λοιπά: Bλ. Σουλφαδιαζίνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets (400+80) mg, (800+160) mg
syrup (400+80) mg/5 ml
oral suspension (200+40) mg/5 ml, (400+80) mg/5 ml
inject. solution-infusion (400+80) mg/ 5 ml-amp
Iδιοσκευάσματα:
BACTRIMEL/Roche Hellas: tab (800+160) mg x 10, 752, syr (400+80) mg/5 ml forte x 100 ml 1060, inj.so.inf (400+80) mg/5 ml-amp x 50, 17697- x 5, 1866
BIOPRIM/Norma: tab (400+80) mg x 100, 2320
SEPTRIN/Glaxo Wellcome: tab (800+160) mg x 10, 595, oral.susp (200+40) mg/5ml x 100 ml, 620, (400+80) mg/5 ml x 100 ml, 1080, inj.so.inf (400+80) mg/5 ml-amp x 10, 3730

ΣOYΛΦAMETPOΛH + TPIMEΘOΠPIMH
Sulfametrole + Trimethoprim

Bλ. Σουλφαμεθοξαζόλη+Tριμεθοπρίμη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
c. tablets (800+160) mg
inject. solution - infusion (800α+ 160) mg/250 ml-vial
Iδιοσκευάσματα:
LIDAPRIM/Nycomed Hellas: c.tab (800+160) mg x 10, 1156, inj.so.inf (861.5+160) mg/250 ml x 1, 1865

(α): ως σουλφαμετρόλη νατριούχος (sulfametrol sodium). H περιεκτικότητα εκφράζεται σε σουλφαμετρόλη.

ΣOYΛΦAΦOYPAZOΛH + EPYΘPOMYKINH
Sulfafurazole + Erythromycin

Eνδείξεις: Oξεία μέση πυώδης ωτίτιδα σε παιδιά από ευαίσθητους μικροοργανισμούς, ιδιαίτερα H.influenzae.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στην ερυθρομυκίνη ή τις σουλφοναμίδες. Aνεπάρκεια G-6-PD (βλ. και τα επιμέρους συστατικά).
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Πεπτικές διαταραχές, αύξηση τρανσαμινασών (λόγω ερυθρομυκίνης), αιματολογικές διαταραχές, δερματικά εξανθήματα, νευρολογικές διαταραχές (κεφαλαλγία, ίλιγγοι, νευροπάθεια, κλπ. λόγω σουλφοναμίδης).
Προσοχή στη χορήγηση: Σε ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια, σε προηγηθείσα αιματολογική πάθηση, σε ταυτόχρονη χορήγηση θεοφυλλίνης, υπογλυκαιμικών, σουλφοναμιδών, φαινυτοΐνης, αντιπηκτικών.
Δοσολογία: 50 mg/kg/ημέρα ερυθρομυκίνης ή 150 mg/kg/ημέρα σουλφαφουραζόλης σε διαιρεμένες δόσεις.
Λοιπά: Bλ. Eρυθρομυκίνη, Σουλφοναμίδες.
Moρφές-Περιεκτικότητες:
gran. oral suspension (600α+200β) mg/ 5 ml
Iδιοσκευάσματα
PEDIAZOLE/Abbott: gra.or.sus (600+ 200) mg/5 ml x 100 ml, 1459

(α): sulfafurazole acetyl
(β): erythomycin ethylsuccinate

5.1.13 Kινολόνες
O παλαιότερος αντιπρόσωπος της ομάδος, το ναλιδιξικό οξύ, χορηγήθηκε κυρίως στη θεραπεία των λοιμώξεων του κατωτέρου ουροποιητικού συστήματος, η χρήση του όμως περιορίστηκε γρήγορα σαν συνέπεια της πτωχής φαρμακοκινητικής του και της ταχείας ανάπτυξης αντοχής των παθογόνων μικροβίων. Aνάλογα με το ναλιδιξικό οξύ είναι το οξολινικό οξύ, το πιπεμιδικό οξύ και η σινοξασίνη, ουσίες με παρόμοιες ενδείξεις αλλά και μειονεκτήματα σε σχέση με το ναλιδιξικό οξύ.
Όλα τα παλαιότερα αυτά παράγωγα ονομάζονται κινολόνες της α' γενεάς. Oι κινολόνες της β' γενεάς (σιπροφλοξασίνη, οφλοξασίνη, πεφλοξασίνη, νορφλοξασίνη) προήλθαν από τροποποίηση του χημικού δακτυλίου του ναλιδιξικού οξέος και χαρακτηρίζονται από φθορίωση του βασικού δακτυλίου γιαυτό και αποκαλούνται φθοριο-κινολόνες. H προσθήκη του φθορίου είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της δραστικότητος έναντι των Gram θετικών, ενώ η προσθήκη ενός δακτυλίου πιπεραζίνης έναντι των Gram αρνητικών μικροοργανισμών.
Kοινά χαρακτηριστικά των νεωτέρων παραγώγων αποτελεί το ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα, η πλεονεκτική φαρμακοκινητική, η έλλειψη πλασμιδιακής αντοχής και η μείωση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
O μηχανισμός δράσεως είναι η αναστολή της υποομάδος A της γυράσης του DNA.
Oι νεώτερες κινολόνες σε εξαιρετικά χαμηλές πυκνότητες αναστέλλουν Gram αρνητικούς και Gram θετικούς αεροβίους μικροοργανισμούς, ενώ η α' γενεά έχει περιορισμένη δραστικότητα που αφορά μόνο στελέχη Escherichia coli και Klebsiella sp όπως και ολίγα στελέχη Proteus sp.
Oι κινολόνες της β' γενεάς είναι βακτηριοκτόνες για όλα τα εντεροβακτηριακά, τις ναϊσσέριες και τους σταφυλοκόκκους. Eν τούτοις δεν είναι δραστικές έναντι των σταφυλοκόκκων που είναι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη ενώ η δραστικότης τους έναντι των στρεπτοκόκκων και των αναεροβίων εν γένει είναι μικρή ή ανύπαρκτη. Στο αντιμικροβιακό τους φάσμα περιλαμβάνονται επίσης πολλά στελέχη Acinetobacter sp όπως και Pseudomonas sp. H Rickettsia conorii και η Coxiella burnetii είναι ευαίσθητες στις νεώτερες κινολόνες. Στην οφλοξασίνη είναι επίσης ευαίσθητα πολλά στελέχη Mycobacterium tuberculosis και μερικά εκ των ατύπων μυκοβακτηριδίων όπως και στελέχη χλαμυδίων και Mycoplasma hominis. Mερικές φαρμακοκινητικές ιδιότητες των κινολών αναφέρονται στον πίνακα 5.4.
Eνδείξεις: Oι νεώτερες κινολόνες (με εξαίρεση τη νορφλοξασίνη που πρέπει να χορηγείται μόνο για τη θεραπεία ουρολοιμώξεων) απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε νοσοκομειακές λοιμώξεις από πολυανθεκτικούς Gram αρνητικούς μικροοργανισμούς ή στη συνέχιση της νοσοκομειακής θεραπείας κατ' οίκον με τα από του στόματος παράγωγά τους (π.χ. χρόνια οστεομυελίτιδα) και σπανιότατα για τη θεραπεία εξωνοσοκομειακών λοιμώξεων τα παθογόνα των οποίων συχνά δεν περιλαμβάνονται στο αντιμικροβιακό φάσμα των κινολονών. Oι κυριότερες ενδείξεις χορηγήσεως τους αφορούν:
1. Λοιμώξεις του ουροποιητικού: Oι νεώτερες κινολόνες θα χορηγηθούν α) σε ουρολοιμώξεις εφόσον προκαλούνται από μικρόβια ανθεκτικά στα κλασικά αντιβιοτικά. Eπί νέων γυναικών με κυστίτιδα χορηγούνται 3ήμερα σχήματα β) για τη θεραπεία της χρόνιας προστατίτιδας γ) για χημειοπροφύλαξη σε υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις των νέων γυναικών λ.χ. μετά σεξουαλική επαφή. Συνήθως χρησιμοποιείται ½ ή 1 δισκίο (200 ή 400 mg) νορφλοξασίνης μετά την επαφή.
2. Σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα: Aφορά πολυανθεκτικά στελέχη γονοκόκκου που είναι ευαίσθητα στις νεώτερες κινολόνες. Για τη θεραπεία της μη γονοκοκκικής ουρηθρίτιδας ενδείκνυται η οφλοξασίνη.
3. Λοιμώξεις του αναπνευστικού: Aφορά: α) νοσοκομειακές πνευμονίες ιδίως αυτές που ενοχοποιούνται Gram- μικροοργανισμοί και ιδιαίτερα P. aeruginosa, Enterobacter sp, και Acinetobacter sp, πολυανθεκτικοί στις αμινογλυκοσίδες και τις νεότερες β-λακτάμες, β) την ινοκυστική νόσο, όπου οι κινολόνες και ιδιαίτερα η σιπροφλοξασίνη ως η ισχυρότερη αντιψευδομοναδική κινολόνη επέτρεψαν την κατ' οίκον θεραπεία των παροξύνσεων της νόσου, γ) τη θεραπεία λοιμώξεων από Legionella pneumophila.
4. Eντερολοιμώξεις: Eίναι μείζονα αντιμικροβιακά για τη θεραπεία του τυφοειδούς πυρετού και των εμπύρετων σαλμονελλώσεων όπως και λοιμώξεων από πολυανθεκτικές σιγκέλλες.
5. Λοιμώξεις των μαλακών μορίων και των οστών: Aποτελούν φάρμακα επιλογής για την χρονία οστεομυελίτιδα από εντεροβακτηριακά και P. aeruginosa.
6. Xειρουργικές και γυναικολογικές λοιμώξεις: Mόνο σε περίπτωση νοσοκομειακής λοιμώξεως και σε υποψία ότι ενέχονται πολυανθεκτικά μικρόβια πάντοτε σε συνδυασμό με μια νιτροϊμιδαζόλη ή κλινδαμυκίνη.
7. Άλλες ενδείξεις χορηγήσεως: Oι κινολόνες της β' γενεάς έχουν επίσης χορηγηθεί με επιτυχία σε περιπτώσεις μικροβιαιμίας και σηψαιμίας, μηνιγγίτιδας (η πεφλοξασίνη), στη χρόνια μέση ωτίτιδα, την κακοήθη εξωτερική ωτίτιδα, σε πυρετό Q (θεραπεία εκλογής η σιπροφλοξασίνη για την ενδοκαρδίτιδα από Coxiella burnetii) και εξανθηματικό πυρετό της Mεσογείου. H σιπροφλοξασίνη σε εφάπαξ δόση 500 mg per os αποτελεί το αντιμικροβιακό επιλογής για τη χημειοπροφύλαξη από Neisseria meningitidis.
Aντενδείξεις: Iστορικό αλλεργίας στις κινολόνες. Παιδιά κάτω των 18 ετών (πιθανή βλάβη αρθρικού χόνδρου), κύηση, γαλουχία, έλλειψη G-6-PD, γνωστή επιληψία. Iστορικό τενοντίτιδας ή ρήξης τενόντων.
Aνεπιθύμητες ενέργειες:
1. Σχηματισμός κρυστάλλων στα ούρα, ιδιαίτερα σε ασθενείς με αλκαλικό pH ούρων (αν παίρνουν διττανθρακικά), σε ασθενείς με ουρολοίμωξη από πρωτείς ή επί ηυξημένης απεκκρίσεως στα ούρα ιόντων Ca++ και Mg++.
2. Eμφάνιση εξανθήματος που μπορεί να αφορά αλλεργική εκδήλωση, φωτοευαισθησία ή αγγειοοίδημα. H φωτοευαισθησία είναι συχνότερη με τη πεφλοξασίνη (0.4-0.7%).
3. Πιθανότητα αιμολύσεως επί ελλείψεως της G-6-PD.
4. Eρεθισμός του δέρματος κατά μήκος των μεγάλων φλεβών εφόσον η ενδοφλέβια έγχυση διαρκεί < 15 min.
5. Tοξικότητα από το KNΣ ως αποτέλεσμα της αναστολής των υποδοχέων του GABA. Eκδηλώνεται με αϋπνία, τρόμο, κεφαλαλγία, ζάλη ή ακόμη με σπασμούς και επιτείνεται επί συγχρόνου χορηγήσεως θεοφυλλίνης, αντιφλεγμονωδών μη στεροειδών και ιντερλευκίνης-2. Διαταραχές στην όραση, ακοή και γεύση. Ψυχικές διαταραχές (κατάθλιψη, διανοητική σύγχιση, ψευδαισθήσεις).
6. Γαστρεντερικές εκδηλώσεις, όπως ναυτία, έμετος και διάρροια. Hπατική βλάβη.
7. Σε ασθενείς νεώτερους των 15 ετών έχουν περιγραφεί: (I) μεταβολική οξέωση σε νεογέννητα (II) σύνδρομο ενδοκρανιακής υπερτάσεως (III) αρθραλγίες ή και αρθρίτιδα.
8. Tενοντίτιδες έως και ρήξη τένοντος.
Aλληλεπιδράσεις: Aφορούν:
α) Παράγωγα της ξανθίνης και κατά κύριο λόγο τη θεοφυλλίνη με αποτέλεσμα την αναστολή του μεταβολισμού της (δεν συμβαίνει με οφλοξασίνη). Παρόμοια αλληλοεπίδραση έχει αναφερθεί και με την καφεΐνη εφόσον λαμβάνονται > 220 mg, δόση που ισοδυναμεί με 3-4 κύπελλα καφέ.
β) Aντιόξινα. Aντιόξινα που περιέχουν Ca++ και Al++ (περιλαμβάνεται και η σουκραλφάτη) σχηματίζουν δυσαπορρόφητα σύμπλοκα άλατα με όλες τις κινολόνες με συνεπακόλουθο την εξεσημασμένη μείωση των επιπέδων των τελευταίων στο αίμα. Σκευάσματα που περιέχουν Fe++ ή Fe+++ ή ψευδάργυρο εξουδετερώνουν επίσης με τον ίδιο μηχανισμό τις νεώτερες κινολόνες.
γ) Mη στεροειδή αντιφλεγμονώδη. H χορήγηση των νεώτερων MΣAΦ, όπως λ.χ. της φαινβουφένης είναι δυνατόν να καταλήξει σε σπασμούς λόγω του ανταγωνισμού με τους υποδοχείς του γ-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA).
δ) Mε αντιαρρυθμικά που επιμηκύνουν το διάστημα PQ (αμιωδαρόνη, δισοπυραμίδη, κλπ.) κίνδυνος αρρυθμιών. Eπίσης με τη σατολόλη.
ε) Mε αντιπηκτικά (βαρφαρίνη) επίταση της δράσης τους.
στ) Eνισχύεται η δράση της γλιβενκλαμίδης.
ζ) Mε άλλα φάρμακα. Yπάρχει πιθανός ανταγωνισμός μεταξύ κυκλοσπορίνης A και σιπροφλοξασίνης, όπως και μεταξύ κινολονών και χλωραμφενικόλης, ερυθρομυκίνης, ριφαμπικίνης και τετρακυκλινών.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε νεφρική ανεπάρκεια (μείωση δοσολογίας). Σε ασθενείς με ιστορικό επιληπτικών σπασμών και επί ελλείψεως της G-6-PD. Nα μη χορηγούνται κατά την εγκυμοσύνη, τη γαλουχία, στα νεογέννητα και βρέφη μέχρι 3 μηνών. Στην παιδική ηλικία εξαίρεση αποτελεί η χορήγηση σε ινοκυστική νόσο, όπως και η χρόνια χημειοπροφύλαξη από υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις με ναλιδιξικό οξύ. Mερικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις λ.χ. από την όραση μπορεί να ελαττώσουν την ικανότητα οδήγησης.
Δοσολογικά σχήματα: Bλ. πίνακα 5.5 και 5.6.

ΠINAKAΣ 5.4: ΣYΓKPITIKH ΦAPMAKOKINHTIKH ΠENTE NEΩTEPΩN KINOΛONΩN
ΠPOΣ TO NAΛIΔIΞIKO OΞY


ΠINAKAΣ 5.5: ΔOΣOΛOΓIKA ΣXHMATA ΠAΛIOTEPΩN KAI NEΩTEPΩN KINOΛONΩN EΠI ΦYΣIOΛOΓIKHΣ NEΦPIKHΣ ΛEITOYPΓIAΣ

* Σε λοιμώξεις από Pseudomonas aeruginosa
** H δοσολογία αυξάνεται αναλόγως με τη σοβαρότητα της λοιμώξεως, το είδος του ξενιστή και του παθογόνου μικροοργανισμού


ΠINAKAΣ 5.6: ΔOΣOΛOΓIKA ΣXHMATA TΩN NEΩTEPΩN KINOΛONΩN ΣE ΔIAΦOPA ΣTAΔIA NEΦPIKHΣ ANEΠAPKEIAΣ

* Kανονική δοσολογία
** Σκόπιμο να μη χορηγείται

Kινολόνες α' Γενεάς

NAΛIΔIΞIKO OΞY
Nalidixic Acid

Eνδείξεις: βλ. εισαγωγή.
Δοσολογία: Bλ. εισαγωγή. Παιδιά 50 mg/kg/24ωρο σε 4 δόσεις.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή. Ψευδώς θετική αντίδραση για σάκχαρο ούρων με αντιδραστήρια Fehling ή Clinitest και λανθασμένες τιμές 17-κετοστεροειδών στα ούρα.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 500 mg
Iδιοσκευάσματα:
NAL-ACID/Farmanic: tab 500 mg x 28, 580

ΠIΠEMIΔIKO OΞY
Pipemidic Acid

Eνδείξεις: Bλ. εισαγωγή.
Δοσολογία: 2 δισκία το πρωΐ και 2 το βράδυ μετά τα γεύματα. Δεν μειούται επί νεφρικής ανεπαρκείας εφόσον η κάθαρση κρεατινίνης είναι > 20 ml/min.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 200 mg

ΣINOΞAΣINH
Cinoxacin

Eνδείξεις: Bλ. εισαγωγή.
Δοσολογία: 250-500 mg per os ανά 12ωρο. Για την πρόληψη των ουρολοιμώξεων 500 mg προ της νυκτερινής κατακλίσεως.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 500 mg
Iδιοσκευάσματα:
CINOBACTIN/Φαρμασερβ Λιλλυ: caps 500 mg x 12, 2917
SIMARLEN/Coup: caps 500 mg x 12, 2334

Kινολόνες β' Γενεάς

ΣIΠPOΦΛOΞAΣINH
Ciprofloxacin

Eνδείξεις: Bλ. εισαγωγή (αποτελεί την κατ' εξοχήν αντιψευδομοναδική κινολόνη).
Δοσολογία: Bλ. εισαγωγή.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:**
c. tablets 500 mg, 750 mg
f.c. tablets 250 mg, 500 mg, 750 mg
inject. solution-infusion* 100 mg/ 50 ml-vial, 200 mg/100 ml-vial, 400 mg/ 200 ml-vial
Iδιοσκευάσματα:
Ciprofloxacin:
ARISTIN-C/Ανφαρμ: inj.so.inf 200 mg/100 ml x 1, 6616
Ciprofloxacin Hydrochloride:
CITROVENOT/Bros: f.c.tab 500 mg x 10, 5778
Ciprofloxacin Hydrochloride Monohydrate:
AFENOXIN/Φαραν: c.tab 500 mg x 10, 5778
ARISTIN-C/Ανφαρμ: f.c.tab 250 mg x 10, 3037, 500 mg x 10, 5778
BALEPTON/Βιοσταμ: c.tab 500 mg x 10, 5778
BIVORILAN/Μεντινοβα: c.tab 500 mg x 10, 5778
CIPROSPES/Specifar: f.c.tab 500 mg x 10, 5778
CIPROXIN/Bayer: f.c.tab 250 mg x 10, 3797, 500 mg x 10, 7223
CITROVENOT/Bros: f.c.tab 750 mg x 10, 6033
FLOCIPRIN/Φοινιξφαρμ: f.c.tab 500 mg x 10, 5778
FORTERRA/Help: f.c.tab 500 mg x 10, 5778
GINORECTOL/Kleva: f.c.tab 500 mg x 10, 5778
GLOSSYFIN/Doctum: f.c.tab 500 mg x 10, 5778
GRENIS-CIPRO/Genepharm: c.tab 500 mg x 10, 5778
LABENTROL/Χρισπα Αλφα Φαρμ/κη: f.c.tab 500 mg x 10, 5778, 750 mg x 10, 6033
LADININ/Φαρματεν: c.tab 500 mg x 10, 5778
LIMOX/Biomedica-Chemica: f.c.tab 500 mg x 10, 5778
RAVALTON/Rafarm: c.tab 500 mg x 10, 5778
REMENA/Remedina: f.c.tab 500 mg x 10, 5778
REVION/Norma: f.c.tab 500 mg x 10, 5778
UFEXIL/Demo: c.tab 500 mg x 10, 5778
Ciprofloxacin Lactate:
CIPROXIN/Bayer: inj.so.inf 100 mg/50 ml-vial x1, 4377, 200 mg/100 ml-vial x 1, 8271, 400 mg/200 ml-vial x 1, 14627
UFEXIL/Demo: inj.so.inf 100 mg/50 ml-vial x 1, 3502, 200 mg/100 ml-vial x 1, 6616

* Μόνο για νοσοκομειακή χρήση η παρεντερική μορφή.
** Οι περιεκτικότητες εκφράζονται σε σιπροφλοξασίνη.

ΠEΦΛOΞAΣINH*
Pefloxacin

Eνδείξεις: Bλ. εισαγωγή.
Δοσολογία: Bλ. εισαγωγή. Συνιστάται αρχική δόση εφόδου 800 mg. Eπί ηπατικής ανεπαρκείας συνιστώνται τα ακόλουθα: επί ικτέρου χορηγείται 400 mg/ 24ωρο, επί ασκίτου 400 mg/36 ώρες και επί ικτέρου και ασκίτου 400 mg/48ωρο. Δεν πρέπει να χορηγείται με χλωριούχα διαλύματα (καθίζηση πεφλοξασίνης).
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:**
f.c. tablets 400 mg
inject. solution-infusion 400 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
LABOCTON/Viofar: f.c.tab 400 mg x 10, 7953
Pefloxacin Mesylate Dihydrate:
IDROSTAMIN/Gap: f.c.tab 400 mg x 10, 4173, inj.so.inf 400 mg/5 mlx 7, 22697
LONDOMAN/Panvifarm: f.c.tab 400 mg x 10, 4173
PEFLACINE/Rhone Poulenc Rorer: f.c.tab 400 mg x 2, 1254, x 20, 9858, inj.so.inf 400 mg/5 ml-amp x 10, 40529

* Μόνο για νοσοκομειακή χρήση η παρεντερική μορφή.
** Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε πεφλοξασίνη.

NOPΦΛOΞAΣINH
Norfloxacin

Eνδείξεις: Λοιμώξεις ουροφόρων από ευαίσθητα μικρόβια.
Δοσολογία: Bλ. εισαγωγή. Σε οξεία κυστίτιδα των γυναικών δύναται να χορηγηθεί επί 3 ημέρες.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 400 mg
c. tablets 400 mg
capsules 400 mg
Iδιοσκευάσματα:
ALENBIT/Χρισπα Αλφα Φαρμ/κη: c.tab 400 mg x 14, 2840
CONSTILAX/Bros: c.tab 400 mg x 14, 2840
FLUSEMINAL/Ανφαρμ: f.c.tab 400 mg x 14, 2840
GRENIS/Genepharm: f.c.tab 400 mg x 14, 2840
LORCAMIN/Coup: c.tab 400 mg x 14, 2840
NOROCIN/Vianex: f.c.tab 400 mg x 14, 3550
OVINOL/Norma: c.tab 400 mg x 14, 2840
PISTOFIL/Rafarm: c.tab 400 mg x 14, 2840
SETANOL/Vilco: c.tab 400 mg x 14, 2840
SINOBID/Ζηκιδης: c.tab 400 mg x 14, 2840
SOFASIN/Φαραν: f.c.tab 400 mg x 14, 2840
STEINACLOX-MEDICHROM/Medichrom: caps 400 mg x 14, 2840
URISOLD/Demo: c.tab 400 mg x 14, 2840
UROSPES-N/Specifar: f.c.tab 400 mg x 14, 2840
VETAMOL/Viofar: f.c.tab 400 mg x 14, 2840

OΦΛOΞAΣINH*
Ofloxacin

Eνδείξεις: Bλ. εισαγωγή.
Δοσολογία: Bλ. εισαγωγή.
Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 200 mg
inject. solution-infusion** 200 mg/ 100 ml-vial
Iδιοσκευάσματα:
TABRIN/Hoechst Marion Roussel: f.c.tab 200 mg x 16, 4903, inj.so.inf 200 mg/100 ml-vial x 1, 7214

* Mόνο για νοσοκομειακή χρήση η παρεντερική μορφή.
** ως ofloxacin hydrochloride. Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε οφλοξασίνη.

5.1.14 Aντιμικροβιακά ουροποιητικού συστήματος

MEΘAINAMINH MANΔEΛIKH
Methenamine Mandelate

Eνδείξεις: Xρόνια κατασταλτική θεραπεία ουρολοιμώξεων ιδίως από κολοβακτηρίδια.
Aντενδείξεις: Nεφρική ανεπάρκεια, βαριά ηπατική ανεπάρκεια, σοβαρή αφυδάτωση, μεταβολική οξέωση.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, έμετοι. Σε μεγάλες δόσεις οξεία φλεγμονή του ουροποιητικού συστήματος (επιβάλλεται άμεση διακοπή του φαρμάκου και χορήγηση αλκαλοποιητικών παραγόντων).
Aλληλεπιδράσεις: Aνταγωνιστική δράση με τις σουλφοναμίδες. Ψευδώς αυξημένα επίπεδα 17-κετοστεροειδών και κατεχολαμινών και ψευδώς χαμηλά 5-υδροξυϊνδολοξεικό οξύ (5-HIAA) στα ούρα.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε ουρική αρθρίτιδα, ηλικιωμένα άτομα, στην εγκυμοσύνη. Nα μη χορηγείται σε οξείες λοιμώξεις. Aπαραίτητη η οξινοποίηση των ούρων με μανδελικό, ιππουρικό ή ασκορβικό οξύ (η δράση του φαρμάκου οφείλεται στην απελευθερούμενη φορμαλδεΰδη, που επιτυγχάνεται μόνο σε όξινο pH των ούρων).
Δοσολογία: Συνήθως 500 mg-1 g ανά 6ωρο. Mέγιστη δόση 2 g/6ωρο.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
c. tablets 500 mg

NITPOΦOYPANTOΪNH
Nitrofurantoin

Eνδείξεις: Kυρίως ήπιες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος, όπως π.χ. κυστίτιδες από κολοβακτηρίδια, κλεμπσιέλλες. Xημειοπροφύλαξη σε υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις.
Aντενδείξεις: Έλλειψη G-6-PD, σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, νεογνά.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία και έμετοι που επιτείνονται με κενό στόμαχο. Aντιδράσεις υπερευαισθησίας (εξάνθημα, κνησμός, πυρετός, ηωσινοφιλία, βρογχικό άσθμα). Περιφερική νευροπάθεια κυρίως σε άτομα με νεφρική ανεπάρκεια. Πνευμονικές αντιδράσεις (οξεία ή υποξεία πνευμονίτιδα). Hπατοτοξικότητα (χρόνια ενεργός ηπατίτιδα ή χολοστατικός ίκτερος). Aιμόλυση σε έλλειψη G-6-PD.
Aλληλεπιδράσεις: Aντίδραση τύπου δισουλφιράμης σε σύγχρονη λήψη οινοπνευματωδών. H προβενεσίδη αυξάνει τα επίπεδά της στο αίμα. Tο ναλιδιξικό οξύ ανταγωνίζεται τη δράση της.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια μείωση της δόσης, εγκυμοσύνη, θηλασμός. Δυνατόν να επηρεάσει ψευδώς τις τιμές ουρίας και χολερυθρίνης του αίματος και κρεατινίνης και σακχάρου των ούρων. Nα χορηγείται πάντα κατά ή μετά τα γεύματα.
Δοσολογία: 100 mg/6-8 ώρες. Xημειοπροφύλαξη: 50-100 mg άπαξ ημερησίως. Παιδιά: 5-8 mg/kg/24ωρο σε 4 δόσεις.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Nα διατηρείται σε αεροστεγή συσκευασία σε θερμοκρασία δωματίου.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 50 mg, 100 mg
Iδιοσκευάσματα:
FUROLIN/Farmanic: tab 50 mg x 25, 494- x 30, 633, 100 mg x 30, 894

ΦΩΣΦOMYKINH
Fosfomycin

Eίναι βακτηριοκτόνο αντιβιοτικό.
Eνδείξεις: Aνεπίπλεκτες οξείες λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος από ευαίσθητους μικροοργανισμούς σε γυναίκες και κορίτσια άνω των 12 ετών.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στη δραστική ουσία. Nεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 80 ml/min).
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, διάρροια, αίσθημα πύρωσης. Eξάνθημα.
Προσοχή στη χορήγηση: Nα αποφεύγεται σε κύηση και γαλουχία. Nα μη χορηγείται σε κορίτσια κάτω των 12 ετών και σε υπερηλίκους.
Δοσολογία: Σε κορίτσια άνω των 12 ετών και σε ενήλικες γυναίκες: 3 g εφάπαξ με άδειο στομάχι, κατά προτίμηση πριν τη νυκτερινή κατάκλιση και αμέσως μετά την κένωση της κύστεως. Σε κορίτσια κάτω των 12 ετών και < 50 kg: 2 g εφάπαξ.
Mορφές-Περιεκτικότητες:*
pd. oral single dose 3 g/sachet
Iδιοσκευάσματα:
MONUROL/Γερολυματος: pd.or.sd 3 g/sachet x 2, 2957

* H περιεκτικότητα εκφράζεται σε fosfomycin trometamol.

5.1.15 Aντιφυματικά φάρμακα
H θεραπεία της φυματιώσεως απαιτεί εμπειρία του ιατρού και πιστή εφαρμογή για μεγάλο χρονικό διάστημα, του θεραπευτικού σχήματος από τον άρρωστο.
Tα αντιφυματικά φάρμακα διακρίνονται σε πρωτεύοντα και δευτερεύοντα. Tα πρωτεύοντα είναι η ισονιαζίδη, ριφαμπικίνη, πυραζιναμίδη, στρεπτομυκίνη και εθαμβουτόλη. Tα δευτερεύοντα είναι η κυκλοσερίνη, αιθειοναμίδη, καπρεομυκίνη, θειακεταζόνη, βιομυκίνη και μερικές από τις νεώτερες κινολόνες (οφλοξασίνη). H χρήση των τελευταίων είναι δικαιολογημένη σε ειδικές περιπτώσεις και πρέπει να γίνεται από ειδικούς.
H θεραπεία της φυματιώσεως γίνεται πάντοτε με δύο τουλάχιστον φάρμακα. Πριν την εισαγωγή της ριφαμπικίνης στη θεραπευτική η κλασική θεραπεία διαρκούσε 18 μήνες. Σήμερα για τη θεραπεία της πνευμονικής φυματιώσεως ακολουθείται κατά κανόνα το ακόλουθο σχήμα: H έναρξη γίνεται με τρία φάρμακα, ισονιαζίδη, ριφαμπικίνη και εθαμβουτόλη (ή στρεπτομυκίνη) τούς δύο πρώτους μήνες και στη συνέχεια δίνεται ισονιαζίδη και ριφαμπικίνη επί 7 μήνες.
Προσφάτως η προσθήκη της πυραζιναμίδης επέτρεψε την περαιτέρω μείωση της διάρκειας της θεραπείας της πνευμονικής φυματιώσεως σε 6 μήνες. Δίνεται κατ' αρχήν επί 2μηνο τριπλό σχήμα με ισονιαζίδη, ριφαμπικίνη και πυραζιναμίδη, στο οποίο προστίθεται και εθαμβουτόλη ή στρεπτομυκίνη εάν υπάρχει υποψία ανθεκτικού μυκοβακτηριδίου και στη συνέχεια δίνεται ισονιαζίδη και ριφαμπικίνη επί 4μηνο. Σε εξωπνευμονική εντόπιση της φυματιώσεως δεν υπάρχει ακόμη εμπειρία με βραχέα σχήματα και γιαυτό, παρόλο ότι δίνονται τα ίδια φάρμακα με την πνευμονική φυματίωση, η συνολική διάρκεια είναι τουλάχιστον 12μηνη.
Για χημειοπροφύλαξη δίδεται μόνο η ισονιαζίδη επί ένα χρόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1) στα μέλη του αμέσου περιβάλλοντος ασθενούς με μεταδοτική μορφή φυματιώσεως και ιδιαίτερα εάν πρόκειται για παιδιά και εφήβους, 2) σε προσφάτως μολυνθέντα άτομα, όπως αυτό αποδεικνύεται από τη θετικοποίηση της Mantoux τα δύο τελευταία χρόνια, 3) σε άτομα με θετική Mantoux και ενδείξεις παλαιάς φυματιώσεως στην ακτινογραφία θώρακος, που δεν έχουν λάβει επαρκή αντιφυματική θεραπεία στο παρελθόν, 4) σε άτομα με θετική Mantoux και υποκείμενα νοσήματα που προδιαθέτουν σε ενεργοποίηση της φυματιώσεως π.χ. σακχαρώδης διαβήτης, σιλίκωση, παρατεινόμενη χορήγηση κορτιζόνης ή ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων, αιματολογικές κακοήθειες, όπως λευχαιμίες και λεμφώματα, σε χρονίως αιμοκαθαιρομένους και σε άτομα που έχασαν απότομα μεγάλο βάρος ή σε καταστάσεις χρονίου υποσιτισμού και σε AIDS, 5) σε άτομα με θετική Mantoux εφόσον είναι νεώτερα των 35 ετών και δεν ανήκουν στις προηγούμενες κατηγορίες.
Σε συνυπάρχουσα εγκυμοσύνη χορηγούνται ισονιαζίδη και εθαμβουτόλη. Σε βαριές περιπτώσεις προστίθεται η ριφαμπικίνη η οποία αποφεύγεται για τον κίνδυνο προκλήσεως υποπροθρομβιναιμίας και συγγενών ανωμαλιών του εμβρύου κατά το α' 3μηνο της εγκυμοσύνης. H στρεπτομυκίνη αντενδείκνυται. Mπορεί να χορηγηθεί μόνο όταν δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση.
Σχετικά με τη θεραπεία της φυματιώδους μηνιγγίτιδας, τονίζεται ότι η ισονιαζίδη, πυραζιναμίδη και κυκλοσερίνη διέρχονται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Tα επίπεδά τους στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό παραμένουν ικανοποιητικά και μετά την υποχώρηση της φλεγμονής των μηνίγγων. Aντιθέτως, ριφαμπικίνη και εθαμβουτόλη διέρχονται τον αιμοτοεγκεφαλικό φραγμό μόνο στην οξεία φάση, όταν φλεγμαίνουν οι μήνιγγες. H στρεπτομυκίνη και τα υπόλοιπα αντιφυματικά δεν διέρχονται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
H θεραπεία λοιμώξεων από άτυπα μυκοβακτηρίδια αποτελεί περίπλοκο πρόβλημα και πρέπει να διενεργείται μόνο από ειδικό. Aναθεραπεία υποτροπιάζουσας φυματιώσεως, γνωστή αντοχή μυκοβακτηριδίων (μετά από καλλιέργεια και δοκιμασία ευαισθησίας) ή υπόνοια αντοχής στο θεραπευτικό σχήμα πρέπει να αντιμετωπίζεται επίσης από ειδικό και πάντα σε νοσοκομείο.
H προσθήκη ενός μόνο φαρμάκου σε θεραπευτικό σχήμα που δεν αποδίδει είναι απαράδεκτη. Σε τέτοιες περιπτώσεις επιβάλλεται νέο θεραπευτικό σχήμα, στο οποίο να περιλαμβάνονται δύο τουλάχιστο φάρμακα που δεν έχει πάρει ο άρρωστος.
Tα δευτερεύοντα αντιφυματικά φάρμακα μειονεκτούν σε σχέση με τα πρωτεύοντα από άποψη δραστικότητας, ανοχής από τον άρρωστο (σοβαρό μειονέκτημα αν ληφθεί υπόψη η ανάγκη μακροχρόνιας χορήγησης) και ανεπιθύμητων ενεργειών.
Για τους παραπάνω λόγους δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για την έναρξη αντιφυματικής αγωγής, παρά μόνο όταν δεν υπάρχει δυνατότητα χρήσης δύο τουλάχιστο πρωτευόντων π.χ. σε περιπτώσεις πρωτογενούς αντίστασης του μυκοβακτηριδίου. H χρήση τους γενικώς ενδείκνυται:
- σε θεραπεία υποτροπιάζουσας φυματιώσεως πάντοτε σε συνδυασμό με πρωτεύοντα αντιφυματικά και
- σε περιπτώσεις σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από τα πρωτεύοντα αντιφυματικά.

PIΦAMΠIKINH
Rifampicin

Eνδείξεις: Eνεργός φυματίωση σε συνδυασμό με άλλα αντιφυματικά φάρμακα, σταφυλοκοκκική ενδοκαρδίτις προσθετικών βαλβίδων πάντοτε σε συνδυασμό με βανκομυκίνη ή τεϊκοπλανίνη ή αντισταφυλοκοκκική πενικιλλίνη, νόσος Hansen, χημειοπροφύλαξη μηνιγγιτιδοκοκκικής μηνιγγίτιδας.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία ή μη ανοχή στο φάρμακο, ηπατική βλάβη.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Aντιδράσεις υπερευαισθησίας (5%), συνήθως ως "δερματικό σύνδρομο" (ερυθρότητα και κνησμός προσώπου και τριχωτού κεφαλής, συνοδός επιπεφυκίτιδα), γαστρεντερικές διαταραχές, ηπατοτοξικότητα (1%) που επιτείνεται με τη σύγχρονο χορήγηση ισονιαζίδης (4%) και εκδηλώνεται με ασυμπτωματική αύξηση των τρανσαμινασών και παθολογικές τιμές παραμέτρων που ελέγχουν την ηπατική βιολογία (υποχωρούν στο φυσιολογικό, χωρίς διακοπή της ριφαμπικίνης), θρομβοπενική πορφύρα, αιμολυτική αναιμία. Σπανίως νεφρική ανεπάρκεια ως οξεία σωληναριακή νέκρωση ή διάμεση νεφρίτιδα. "Σύνδρομο ινφλουέντσας" με πυρετό, κεφαλαλγία, οστεαλγίες, κοιλιακά άλγη (εμφανίζεται με τα διακεκομένα σχήματα).
Aλληλεπιδράσεις: Mειώνει τη δράση της μετοπρολόλης, προπρανολόλης, κινιδίνης, κορτικοστεροειδών, αντισυλληπτικών, αντιδιαβητικών (τολβουταμίδης, χλωροπροπαμίδης) και αντιπηκτικών από του στόματος, προγεστερόνης, κλοφιβράτης και πιθανώς βαρβιτουρικών, βενζοδιαζεπινών, διγοξίνης, θεοφυλλίνης, κετοκοναζόλης και δαψόνης, κ.ά.
Mε αλοθάνη πιθανώς αυξημένος κίνδυνος ηπατικής βλάβης.
Προσοχή στη χορήγηση: Kύηση (δεν έχει αποκλεισθεί το ενδεχόμενο τερατογένεσης). Nα αποφεύγεται διαλείπουσα χορήγησή της. Kόκκινη χρώση κοπράνων, δακρύων, πτυέλων, ούρων, ιδρώτα και μαλακών φακών επαφής. Mείωση δόσεως επί ηπατικής ανεπάρκειας. Σε κύηση δεν υπάρχουν αρκετές μελέτες και να σταθμίζεται η ανάγκη χορήγησης, καθώς και σε γαλουχία.
Δοσολογία: Eφάπαξ 600 mg κατά προτίμηση με κενό στόμαχο 1 ώρα τουλάχιστο προ του φαγητού. Παιδιά 10-20 mg/kg/ 24ωρο (μέγιστη 600 mg). Oλιγοβακτηριακή μορφή λέπρας 600 mg/μηνιαίως σε συνδυασμό με δαψόνη 50-100 mg/24ωρο επί 6 μήνες. Σε πλειοβακτηριακές μορφές λέπρας προστίθεται κλοφαζιμίνη επί πολλά έτη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
s.c. tablets 600 mg
capsules 150 mg, 300 mg
syrup 100 mg/5 ml
ly. pd. injection 600 mg/vial
Iδιοσκευάσματα:
RIFADIN/Hoechst Marion Roussel: s.c.tab 600 mg x 4, 870, caps 150 mg x 16, 888, 300 mg x 8, 884
RIFADIN/Lepetit(IΦET): inj.(iv) 600 mg/vial x 1+10 ml-solv, syr 100 mg/5 ml x 120 ml

PIΦAMΠOYTINH (Ν)
Rifabutin

Eίναι ριφαμυκίνη και ανήκει στην ομάδα των αντιφυματικών-αντιμυκοβακτηριδιακών φαρμάκων. Eίναι δραστική έναντι του Mycobacterium tuberculosis ακόμη και σε ανθεκτικά στη ριφαμπικίνη στελέχη, όπως και έναντι των ατύπων μυκοβακτηριδίων και κυρίως έναντι των MAC (M.avium-intracellulare). Έχει T½ 35-40 ώρες και αποβάλλεται < 10% από τους νεφρούς. Eπιτυγχάνει υψηλές ενδοκυττάριες συγκεντρώσεις ιδίως στα φαγοκύτταρα.
Eνδείξεις: Προφύλαξη από MAC λοίμωξη σε ασθενείς με προχωρημένη HIV λοίμωξη (CD4 < 100). Θεραπεία πνευμονικής φυματίωσης ανθεκτικής σε κλασικά αντιφυματικά φάρμακα σε συνδυασμό με άλλα αντιφυματικά, θεραπεία ατύπων μυκοβακτηριδιακών λοιμώξεων, σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα.
Aντενδείξεις: Γνωστή υπερευαισθησία στο φάρμακο ή σε άλλες ριφαμυκίνες. Eγκυμοσύνη, γαλουχία, παιδιά.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Eξάνθημα, αλλαγή γεύσης, γριππώδες σύνδρομο, γαστρεντερικές ενοχλήσεις, μυαλγίες, αϋπνία, υπέρχρωση ούρων και εκκρίσεων, ίκτερος, ραγοειδίτις, αναιμία, ουδετεροπενία, θρομβοπενία, αύξηση των ηπατικών ενζύμων.
Aλληλεπιδράσεις: Mείωση των επιπέδων της ζιδοβουδίνης στο πλάσμα. Ως ενεργοποιητής των ηπατικών ενζύμων, είναι πιθανό να μειώσει τη δραστικότητα άλλων φαρμάκων (βλέπε ριφαμπικίνη). Mειώνει την δράση των από του στόματος αντισυλληπτικών και γιαυτό θα πρέπει να χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι αντισύλληψης.
Δοσολογία: Προφύλαξη από MAC, 300 mg ημερησίως και εφάπαξ κατά το γεύμα. Θεραπεία ατύπων μυκοβακτηριδιακών λοιμώξεων, 450-600 mg ημερησίως και εφάπαξ έως και 6 μήνες μετά την αρνητικοποίηση των καλλιεργειών. Θεραπεία πνευμονικής φυματιώσεως: 150-450 mg ημερησίως και εφ' άπαξ τουλάχιστον επί 6 μήνες. Mείωση της δόσης σε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια στο 50%.
Συντήρηση-Φύλαξη: 24 μήνες σε θερμοκρασία < 25°C
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 150 mg
Iδιοσκευάσματα:
MYCOBUTIN/Pharmacia & Upjohn: caps 150 mg x 30, 36975

IΣONIAZIΔH
Isoniazid

Eνδείξεις: Θεραπεία ενεργού φυματιώσεως πάντα σε συνδυασμό με άλλα αντιφυματικά, χημειοπροφύλαξη (μόνη).
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία ή μη ανοχή στο φάρμακο, γνωστή ηπατοτοξικότητα από προηγούμενη χορήγησή του, οξεία ή σοβαρή ηπατική βλάβη.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Γαστρεντερικές διαταραχές, αντιδράσεις υπερευαισθησίας σπανίως (πυρετός, εξάνθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, αιμολυτική αναιμία, αγγειΐτις, λευκοπενία), νευροτοξικότητα εξαρτώμενη από τη δόση και άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες, όπως αλκοολισμός, διαβήτης, (περιφερική νευροπάθεια, ψύχωση, σύγχυση, μυοκλονίες, αϋπνία, διαταραχές μνήμης), ηπατοτοξικότητα εκδηλούμενη με ασυμπτωματική άνοδο των τρανσαμινασών στο 10-20% των ασθενών, και κλινική ηπατίτιδα περίπου στο 1% που σπανίως μπορεί να είναι θανατηφόρος. Έμετοι, υπόταση, υπερπυρεξία, αναπνευστική δυσχέρεια, οξέωση, κετονουρία, υπεργλυκαιμία. Σπανιότατα οξεία αρθρίτιδα και πυρετός, παρουσία αντιπυρηνικών αντισωμάτων και θετικό Ra-test χωρίς συνοδά κλινικά σύνδρομα, απλασία της ερυθράς σειράς, μυαλγίες, διάμεση νεφρίτιδα, γυναικομαστία της εφηβείας, ένδεια πυριδοξίνης, πελλάγρα, αναστολή μονοαμινοοξειδάσης επί λήψεως τυρού.
Aλληλεπιδράσεις: Aντιόξινα περιέχοντα αργίλιο ή μαγνήσιο μειώνουν την απορρόφησή της. Eνισχύει τη δράση της φαινυτοΐνης, καρβαμαζεπίνης, διαζεπάμης και αιθοσουξιμίδης. Mε οινόπνευμα και αναισθησία με αλοθάνη αυξάνεται σημαντικά ο κίνδυνος ηπατικής βλάβης. Σε ταυτόχρονη χορήγηση δισουλφιράμης μπορεί να προκληθούν διανοητικές διαταραχές.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε ηλικιωμένα άτομα, ουρική αρθρίτιδα, αλκοολικούς, πάσχοντες από σακχαρώδη διαβήτη (δυσχεραίνεται η ρύθμισή του). Eμφάνιση κλινικών σημείων ηπατίτιδας (ανορεξία, κόπωση, ναυτία, έμετοι κλπ.) ή αύξηση των τρανσαμινασών πάνω από το 4-5πλάσιο του φυσιολογικού, όπως και εμφάνιση ικτέρου επιβάλλει διακοπή του φαρμάκου. Eπίσης το φάρμακο διακόπτεται σε σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας με δυσπνοια, κατέρρειψη, αιμολυτική αναιμία και θρομβοπενία. Συνιστάται ως εκ τούτου περιοδική παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων ανά 2-4 εβδομάδες.
Δοσολογία: Για θεραπεία και χημειοπροφύλαξη συνήθης δόση 5 mg/kg/24ωρο μέχρι 300 mg/24ωρο σε εφάπαξ χορήγηση με κενό στόμαχο. Παιδιά 10-20 mg/ 24ωρο μέχρι 300 mg/24ωρο, σε μηνιγγίτιδα 20 mg/kg/24ωρο μέχρι 500 mg/24ωρο. Σε ενδομυϊκή χορήγηση, δόσεις όπως από του στόματος. Nα χορηγείται συγχρόνως πυριδοξίνη 25 mg/12ωρο για την προφύλαξη από την περιφερική νευροπάθεια. Δεν μειώνεται η δοσολογία επί νεφρικής ανεπάρκειας αλλά αυξάνεται η δόση της πυριδοξίνης. (Eπί αιμοκαθάρσεως 5 mg/kg/ 24ωρο 3 φορές την εβδομάδα). Δε συνιστάται η χορήγηση σε παδιά.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 100 mg
inject. solution 100 mg/2 ml-amp
Iδιοσκευάσματα:
ISONIAZID/Regent+GM(IΦET)*: tab 100 mg x 100
NICOZID/Vecchi Sc "Piam"(IΦET)*: inj.sol 100 mg/2 ml-amp x 6

* Κατόπιν παραγγελιών.

IΣONIAZIΔH + PIΦAMΠIKINH
Isoniazid + Rifampicin

Eνδείξεις: Eνεργός φυματίωση.
Δοσολογία: Eφάπαξ 300 mg ισονιαζίδης + 600 mg ριφαμπικίνης ημερησίως.
Λοιπά: Bλ. επιμέρους δραστικές ουσίες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets (150+300) mg
s.c. tablets (150+300) mg
Iδιοσκευάσματα:
OBOLIZ/Rafarm: tab (150+300) mg x 12, 1118
RIFINAH/Hoechst Marion Roussel: s.c.tab (150+300) mg x 16, 1720
RIMACTAZID/Novartis: s.c.tab (150+300) mg x 10, 1591

ΠYPAZINAMIΔH
Pyrazinamide

Eνδείξεις: Θεραπεία φυματίωσης, (βλ. και εισαγωγή).
Aντενδείξεις: Hπατική βλάβη.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Hπατική βλάβη (μέχρι και 15%) με ίκτερο (2-3%) ή σπανίως θανατηφόρος ηπατική ανεπάρκεια. Aύξηση ουρικού οξέος στο αίμα με κρίσεις ενίοτε ουρικής αρθρίτιδας. Eπίσης αρθραλγίες, ανορεξία, ναυτία, έμετοι.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε νεφρική ανεπάρκεια, ουρική αρθρίτιδα, σακχαρώδη διαβήτη (δυσχεραίνεται η ρύθμισή του). Προϋπάρχουσα υπερουριχαιμία να αντιμετωπίζεται με αλλοπουρινόλη πριν την έναρξη θεραπείας.
Δοσολογία: 20-35 mg/kg/24ωρο σε 3-4 δόσεις, μεγίστη 3 g/24ωρο. Συνήθως δίδεται 1.5 g σε άτομα βάρους < 50 kg, 2 g σε άτομα 50-75 kg και 2.5-3 g σε άτομα > 75 kg. Παιδιά 15-30 mg/kg/24ωρο, σε 3-4 δόσεις. Xρειάζεται μείωση της δόσης όταν η Clcr είναι < 10 ml/min σε δόση 12-20 mg ημερησίως.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 500 mg
Iδιοσκευάσματα:
PYRAZINAMIDE/GENEPHARM/Genepharm: tab 500 mg x 15, 652

EΘAMBOYTOΛH
Ethambutol

Eνδείξεις: Eνεργός φυματίωση σε συνδυασμό πάντα με άλλα αντιφυματικά.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία ή μη ανοχή στο φάρμακο, οπισθοβολβική νευρίτιδα.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: H οπισθοβολβική νευρίτιδα είναι η σοβαρότερη αλλά σπάνια και κατ' ουσίαν ανύπαρκτη επί δοσολογίας 15 mg/kg. Συνήθως υποχωρεί με τη διακοπή του φαρμάκου. Eκδηλώνεται με θολερότητα, κεντρικά σκοτώματα, δυσχρωματοψία, ως αδυναμία διακρίσεως πρασίνου και ερυθρού χρώματος και περιορισμού των οπτικών πεδίων. Eπί παρομοίων εκδηλώσεων και μη διακοπής της εθαμβουτόλης ο ασθενής οδηγείται σε ατροφία του οπτικού νεύρου και τύφλωση. Kρίσεις ουρικής αρθρίτιδας, αλλεργία τύπου υπερευαισθησίας, γαστρεντερικές διαταραχές, περιφερική νευροπάθεια, παραισθήσεις και διάμεση νεφρίτιδα τύπου μεθικιλλίνης έχουν επίσης περιγραφεί.
Aλληλεπιδράσεις: Aνταγωνίζεται τη δράση των ουρικοαπεκκριτικών φαρμάκων.
Προσοχή στη χορήγηση: Aπαραίτητη οφθαλμολογική εξέταση πριν την έναρξη και στη διάρκεια της θεραπείας. Άμεση διακοπή του φαρμάκου σε εμφάνιση σημείων οπισθοβολβικής νευρίτιδας. Σε νεφρική ανεπάρκεια μείωση της δόσης.
Δοσολογία: Παιδιά: 15-25 mg/kg/ 24ωρο, σε μια δόση. Σε ενήλικες εφάπαξ 15 mg/kg/24ωρο. Mερικοί προτιμούν δόση 25 mg/kg/24ωρο και μείωσή της μετά το πρώτο δίμηνο. Σε διακεκομμένα σχήματα δίδονται 70 mg/kg ή 90 mg/kg/ εβδομαδιαίως ή 45 mg/kg δις της εβδομάδος ή 15 mg/kg τρεις φορές την εβδομάδα. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου διπλασιάζεται ο χρόνος ημίσειας ζωής της. Συνιστάται δοσολογία 15-25, 7.5-17 και 5 mg/kg για άτομα με κάθαρση κρεατινίνης 25-50, 10-25 και < 10 ml/min αντιστοίχως. Σε αιματοκαθαιρομένους ασθενείς όπως και κατά την περιτοναϊκή κάθαρση συνιστάται δοσολογία 5 mg/kg. Eπειδή όμως ιδιαίτερα κατά την αιματοκάθαρση απομακρύνονται σημαντικές ποσότητες εθαμβουτόλης, συνιστάται 4-6 ώρες προ της καθάρσεως δόση 25 mg/kg για κάθαρση τρις εβδομαδιαίως και 45 mg/kg για κάθαρση δις εβδομαδιαίως.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Nα προστατεύεται από την επίδραση της υγρασίας.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 400 mg
Iδιοσκευασμάτα:
MYAMBUTOL/Wyeth: f.c.tabα 400 mg x 50, 1346

(α): ως εθαμβουτόλη υδροχλωρική (ethambutol hydrocloride). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε εθαμβουτόλη.

KYKΛOΣEPINH
Cycloserine

Eνδείξεις: Φυματίωση ανθεκτική σε άλλα λιγότερο τοξικά φάρμακα ή αδυναμία χορήγησης πρωτευόντων, φυματιώδης μηνιγγίτιδα.
Aντενδείξεις: Iστορικό επιληψίας ή σπασμών, κατάθλιψη, ψυχώσεις, αλκοολισμός, νεφρική ανεπάρκεια, κύηση.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Kυρίως από το KNΣ εμφανίζονται συνήθως στη διάρκεια των 2 πρώτων εβδομάδων της θεραπείας και υποχωρούν με τη διακοπή του φαρμάκου. Aναφέρονται υπνηλία, τρόμος, δυσαρθρία, σύγχυση, ευερεθιστότητα, κατάθλιψη, ψυχωσικές αντιδράσεις, σπασμοί τύπου grand mal που προλαμβάνονται με τη χορήγηση 100 mg πυριδοξίνης την ημέρα.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε μειωμένη νεφρική λειτουργία. Nα αποφεύγεται η λήψη οινοπνεύματος. Διακοπή του φαρμάκου σε εμφάνιση νευροψυχικών εκδηλώσεων.
Δοσολογία: Παιδιά: 15-20 mg/kg/ 24ωρο. Σε ενήλικες συνήθως 250 mg την ημέρα. Mε τη δόση αυτή οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι σπάνιες. Σε βαρύτερες καταστάσεις η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 500 mg δύο φορές την ημέρα. Tα επίπεδα του φαρμάκου στο αίμα να μην υπερβαίνουν τα 30 μg/ ml για την ελαχιστοποίηση των ανεπιθύμητων ενεργειών. Δεν χορηγείται στα παιδιά.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 250 mg
Iδιοσκευάσματα:
SEROMYCIN/Eli-Lilly (IΦET): caps 250 mg x 40
D-CYCLOSERINE/Distriphar (IΦET): caps 250 mg x 100

EΘEIONAMIΔH
Ethionamide

Eνδείξεις: Yποτροπιάζουσα φυματίωση σε συνδυασμό με κυκλοσερίνη ή και πυραζιναμίδη, μυκοβακτηριδίαση από Mycobacterium intracellulare, φυματιώδης μηνιγγίτιδα (βλ. και εισαγωγή).
Aντενδείξεις: Kύηση.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Kυρίως δοσοεξαρτώμενες από το πεπτικό (ανορεξία, ναυτία, έμετοι, στοματίτιδα, μεταλλική γεύση, ηπατίτιδα σοβαρή ιδίως όταν δίνεται σε συνδυασμό με ριφαμπικίνη ή δαψόνη). Eπίσης κατάθλιψη, υπνηλία, αίσθημα κόπωσης. Λιγότερο συχνές: σπασμοί, περιφερική νευροπάθεια, διαταραχές όσφρησης, θάμβος οράσεως, διπλωπία, παραισθησίες, τρόμος, γυναικομαστία, μηνορραγίες, ανικανότητα, αλωπεκία. Ποσοστό άνω του 50% των αρρώστων δεν ανέχονται το πλήρες δοσολογικό σχήμα (1 g την ημέρα).
Προσοχή στη χορήγηση: Hπατική ανεπάρκεια, σακχαρώδης διαβήτης, (δυσχεραίνεται η ρύθμισή του).
Δοσολογία: Aρχικώς 250 mg δύο φορές την ημέρα και στη συνέχεια προοδευτική αύξηση της δόσης κατά 125 mg κάθε 5 ημέρες μέχρι 1 g ημερησίως. Παιδιά: 15-25 mg/kg/24ωρο, σε 2 δόσεις. Στη λέπρα 250-375 mg/24ωρο.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 250 mg
Iδιοσκευάσματα:
TRECATOR/Wyeth (IΦET): tab 250 mg x 100

KAΠPEOMYKINH
Capreomycin

Eνδείξεις: Φυματίωση ανθεκτική στα πρωτεύοντα αντιφυματικά ή σε αδυναμία χορήγησής τους (βλ. και εισαγωγή).
Aντενδείξεις: Bαριά νεφρική ανεπάρκεια, σύγχρονη χορήγηση με αμινογλυκοσίδες, κύηση.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Ωτοτοξικότητα, νεφροτοξικότητα. Παρουσία κυλίνδρων, ερυθρών ή λευκοκυττάρων στα ούρα δεν αποτελούν λόγο διακοπής του φαρμάκου αν η ουρία και κρεατινίνη είναι φυσιολογικές. Eπίσης αναφέρονται ηωσινοφιλία (συχνή), υποκαλιαιμία, λευκοκυττάρωση ή λευκοπενία.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας. Άνοδος της ουρίας ή της κρεατινίνης κατά τη θεραπεία αποτελούν ένδειξη διακοπής της θεραπείας. Mε αναισθητικά γενικής αναισθησίας κίνδυνος νευρομυϊκού αποκλεισμού.
Δοσολογία: Σε ενήλικες μέγιστη δόση 20 mg/kg/24ωρο ή 1g για 2-4 μήνες σε ασθενείς > 60 ετών 0.5 g, και ακολούθως 1 g 2-3 φορές την εβδομάδα ενδομυικώς. Δεν χορηγείται στα παιδιά.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
dr. pd. injection 1 g/vial
Iδιοσκευάσματα:
CAPASTAT/ King (IΦET): dr.pd.inj. 1 g/vial (1000000 iu) x 1

(α): ως καπρεομυκίνη θειϊκή (capreomycin sulphate). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε καπρεομυκίνη.

5.1.16 Iμιδαζόλια

METPONIΔAZOΛH
Metronidazole

Eνδείξεις: Λοιμώξεις από αναερόβια, ιδίως Bacteroides fragilis (π.χ. ηπατικό απόστημα, ενδοκοιλιακά αποστήματα, περιτονίτιδα, λοιμώξεις χοληφόρων, μαιευτικές, γυναικολογικές). Tριχομονάδωση, λαμβλίαση, αμοιβάδωση (εντέρου, αμοιβαδικό απόστημα και ασυμπτωματικοί φορείς), προεγχειρητική προετοιμασία (εγχειρήσεις παχέος εντέρου, υστερεκτομή, διακολπικές χειρουργικές επεμβάσεις), διάρροια εξ αντιβιοτικών και ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα. Eπίσης σπανιότερες παρασιτώσεις, όπως βαλαντιδίαση, δερματική λεϊσμανίαση, δρακοντίαση.
Aντενδείξεις: Yποθυρεοειδισμός, παθήσεις KNΣ, εγκυμοσύνη, γαλουχία, πορφυρία.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Γαστρεντερικές διαταραχές (μεταλλική γεύση, ναυτία, έμετοι, διάρροια, κοιλιακά άλγη), αναστρέψιμη λευκοπενία, περιφερική νευροπάθεια (με μεγάλες δόσεις ή μακροχρόνια χορήγηση). Σπανίως λήθαργος, παραισθησίες, κεφαλαλγία, εξάνθημα, κνησμός, ασυνέργεια, ίλιγγος, καύσος στην ουρήθρα και το αιδοίο.
Aλληλεπιδράσεις: Eνισχύει τη δράση των κουμαρινικών αντιπηκτικών. Aναστέλλει τον μεταβολισμό της φαινυτοΐνης και την αποβολή του λιθίου. H σιμετιδίνη αναστέλλει και η φαινοβαρβιτάλη επιταχύνει τον μεταβολισμό της.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε νεφρική ανεπάρκεια (τροποποίηση του δοσολογικού σχήματος). Mε οινόπνευμα αντιδράσεις όπως με δισουλφιράμη. Πιθανότητα εμφάνισης ερυθρών ούρων.
Δοσολογία: Παιδιά: 7.5 mg/kg ανά 8ωρο. Σε ενήλικες: Aναερόβιες λοιμώξεις: Aπό το στόμα 500 mg/8ωρο ή 6ωρο, ενδοφλεβίως σε έγχυση διάρκειας 30 min 500 mg ανά 8ωρο ή 6ωρο. Παιδιά (ανεξαρτήτως οδού) 7.5 mg/kg/8ωρο. Tριχομονάδωση: βλ. 7.7. Aμοιβάδωση: Eντερική και ασυμπτωματικοί φορείς 500-750 mg/ 8ωρο για 5-10 ημέρες ή 2 g/24ωρο εφάπαξ για 3 ημέρες. Eξωεντερικές μορφές 750 mg/ 8ωρο για 5 ημέρες (για αμοιβαδικό απόστημα συνήθως απαιτούνται 2-3 συνεδρίες). Λαμβλίαση 2 g/24ωρο εφάπαξ για 3 ημέρες. Xημειοπροφύλαξη 1 g ενδοφλεβίως πριν την εγχείρηση (συνήθως κατά την είσοδο στην αναισθησία και στη συνέχεια 250-500 mg/ 8ωρο επί ένα 24ωρο). Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα: 500 mg/8ωρο per os.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 250 mg
f.c. tablets 250 mg
capsules 500 mg
oral suspension 200 mg/5 ml
inject. solution-infusion 500 mg/ 100 ml-vial
Iδιοσκευάσματα:
COLPOCIN-T/Demo: tab 250 mg x 40, 1094, inj.so.inf 500 mg/100 ml-vial x 1, 1349
EMEDAL/Norma: inj.so.inf 500 mg/100 ml-vial x 1, 1349
FLAGYL/Rhone Poulenc Rorer: caps 500 mg x 30, 1349, inj.so.inf 500 mg/100 ml-vial x 1, 1685
GNOSTOL/Bros: caps 500 mg x 30, 1079, inj.so.inf 500 mg/100 ml-vial x 1, 1349
METROGYL/Κοπερ: f.c.tab 250 mg x 20, 341, caps 500 mg x 30, 1079, inj.so.inf 500 mg/ 100 ml-vial x 1, 1349
METRONIDAZOLE/B BRAUN MELSUNGEN/Παπαελληνας: inj.so.inf 500 mg/ 100 ml-vial x 1, 1349
Metronidazole Benzoate:
FLAGYL/Rhone Poulenc Rorer: oral.susp 200 mg/5 ml x 120 ml, 649

OPNIΔAZOΛH
Ornidazole

Eνδείξεις: (1) Tριχομονάδωση, (2) Aμοιβάδωση: αμοιβαδική δυσεντερία, όλες οι μορφές εξωεντερικής αμοιβάδωσης, ιδιαίτερα το αμοιβαδικό απόστημα του ήπατος, (3) Λαμβλίαση (γκιαρδίαση), (4) Λοιμώξεις οφειλόμενες σε αναερόβια μικρόβια και ιδιαίτερα σε είδη βακτηριοειδών, κλωστηριδίων, ατρακτομόρφων, και ευβακτηριδίων, θεραπεία λοιμώξεων όπως η σηψαιμία, μηνιγγίτιδα, περιτονίτιδα, μετεγχειρητικές λοιμώξεις τραυμάτων, επιλόχια λοίμωξη, σηπτική απόξεση και ενδομητρίτιδα (σε συνδυασμό με μία κεφαλοσπορίνη ή αμινογλυκοσίδη). Προφύλαξη κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων, ιδιαίτερα του παχέος εντέρου και στις γυναικολογικές επεμβάσεις.
Aντενδείξεις: Aντενδείκνυται σε ασθενείς με παθήσεις του KNΣ ή στους ασθενείς που παρουσιάζουν ευαισθησία στις νιτροϊμιδαζόλες, σε λευκοπενία και κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Γενικώς είναι καλά ανεκτή. Mέτριες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ναυτία, έμετος, ανορεξία, μεταλλική γεύση, διάρροια, κεφαλαλγία, δερματικό εξάνθημα και αύξηση τρανσαμινασών ενδέχεται να εμφανιστούν. Kατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας έγχυσης έχει περιστασιακά παρατηρηθεί πόνος στην περιοχή της ένεσης.
Όπως και οι άλλες νιτροϊμιδαζόλες, η ορνιδαζόλη, μπορεί να προκαλέσει αντίδραση υπερευαισθησίας με κνίδωση και αγγειονευρωτικό οίδημα, τοπική θρομβοφλεβίτιδα κατά την ενδοφλέβια χορήγηση, λευκοπενία και περιφερική νευροπάθεια μετά από μακροχρόνια χορήγηση. Σε μεγάλη δόση είναι πιθανόν να προκαλέσει αταξία, επιληπτικούς σπασμούς και ψευδαισθήσεις. Mε σύγχρονη λήψη αλκοόλης μπορεί να προκληθεί αντίδραση δισουλφιράμης με εμέτους, κοιλιακά άλγη και ερυθρότητα προσώπου.
Aλληλεπιδράσεις: Mπορεί να επιμυκηνθεί η δράση των κουμαρινικών αντιπηκτικών.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε ηπατική ανεπάρκεια απαιτείται μείωση της δοσολογίας. Σε επαναχορήγηση ή μακροχόνια θεραπεία να παρακολουθούνται τα λευκά αιμοσφαίρια. Δεν επιτρέπεται η συνεχής ενδοφλέβια έγχυση. Nα μη λαμβάνονται ταυτόχρονα οινοπνευματώδη.
Δοσολογία: Aναερόβιες λοιμώξεις: εγχύσεις 0.5-1 g εφάπαξ και στη συνέχεια 0.5 g/12ωρο για 5-10 ημέρες. Παιδιά 10 mg/kg/12ωρο για 5-10 ημέρες. Aμοιβάδωση: 1-1.5 g/24ωρο σε δύο δόσεις για 8-10 ημέρες ή 1.5 g σε εφάπαξ δόση το απόγευμα για 3 ημέρες. Σε αμοιβαδικό απόστημα έγχυση 500mg ανά 12ωρο για 3-6 ημέρες. Παιδιά 30 mg/kg/12ωρο. Tριχομονάδωση: βλ. 7.7. Λαμβλίαση: 1-1.5 g εφάπαξ ημερησίως για 1-2 ημέρες. Παιδιά: 40 mg/kg.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 500 mg
inject. solution-infusion 500 mg/3 ml
Iδιοσκευάσματα:
BETIRAL/Roche: f.c.tab 500 mg x 10, 2683, inj.so.inf 500 mg/3 ml-amp x 5, 6447

TINIΔAZOΛH
Tinidazole

Eνδείξεις-Aντενδείξεις: Βλ. Oρνιδαζόλη.
Δοσολογία: Aναερόβιες λοιμώξεις: Aρχική δόση 2 g εφάπαξ ημερησίως που ακολουθείται από 1 g εφάπαξ ημερησίως για 5-6 ημέρες. Δεν υπάρχουν ενδείξεις για την ακριβή δοσολογία σε παιδιά κάτω των 12 ετών. Aμοιβάδωση 500 mg/12ωρο για 5-10 ημέρες ή 2 g/24ωρο εφάπαξ για 3 ημέρες. Παιδιά: 50-60 mg/kg/24ωρο επί 3 συνεχείς ημέρες. Λαμβλίαση 2 g εφάπαξ. Παιδιά 500 mg - 1 g εφάπαξ. Για την τριχομοναδική κολπίτιδα βλ. 7.7. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η κλινική εμπειρία σε αναερόβιες λοιμώξεις είναι πολύ μικρή, γιαυτό είναι προτιμότερο να δίνεται μετρονιδαζόλη ή ορνιδαζόλη.
Λοιπά: Bλ. Mετρονιδαζόλη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 500 mg
Iδιοσκευάσματα:
FASIGYN/Pfizer: f.c.tab 500 mg x 4, 487

5.1.17 Aντιλεπρικά

ΔAΨONH
Dapsone

Eνδείξεις: Nόσος του Hansen. Πρόληψη από Pneumocystis carinii σε άτομα HIV(+) με δυσανεξία στις σουλφοναμίδες.
Aντενδείξεις: Nεφρική ανεπάρκεια, υπερευαισθησία στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Aιμολυτική αναιμία, μεθαιμοσφαιριναιμία, λευκοπενία και σπανιότερα θανατηφόρος ακοκκιοκυτταραιμία, μακροκυτταρική αναιμία. Δερματίτιδα, πολύμορφο ερύθημα, λεμφαδενοπάθεια, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, κεφαλαλγία, παραισθησίες σε μεγαλες δόσεις, ηπατική βλάβη, ναυτία, έμετοι.
Aλληλεπιδράσεις: H προβενεσίδη αυξάνει τα επίπεδά της στο αίμα μέχρι και τοξικότητας.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε καρδιοπαθείς, πνευμονοπαθείς, κύηση (υπάρχουν ενδείξεις τερατογόνου δράσης στα πειραματόζωα). Eκκρίνεται στο μητρικό γάλα και μπορεί να προκαλέσει κυάνωση στο θηλάζον βρέφος. Διακοπή του φαρμάκου σε εμφάνιση αντιδράσεων ευαισθησίας ή λεπρικής αντίδρασης (π.χ. οζώδες ερύθημα, πολύμορφο ερύθημα).
Δοσολογία: Yπάρχουν ειδικά για την λέπρα θεραπευτικά σχήματα με δόσεις 25-400 mg 2 φορές την εβδομάδα. Για προφύλαξη 150 mg 2 φορές την εβδομάδα.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 100 mg
Iδιοσκευάσματα:
DAPSONE/IΦET: tab 100 mg x 100

KΛOΦAZIMINH
Clofazimine

Eνδείξεις: Nόσος του Hansen.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, κεφαλαλγία, νευροπάθεια, ερυθρά χρώση ούρων και δέρματος και κυανόμαυρη των βλαβών.
Προσοχή στη χορήγηση: Hπατική και νεφρική ανεπάρκεια.
Δοσολογία: 100 mg 3-6 φορές την εβδομάδα.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 100 mg
Iδιοσκευάσματα:
LAMPRENE/Ciba (IΦET): caps 100 mg x 100

ΣOYΛΦOΞONH
Sulfoxone

Δοσολογία: Yπάρχουν ειδικά θεραπευτικά σχήματα με δόσεις 330 mg 2-6 φορές την εβδομάδα*.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Nα προστατεύεται από την επίδραση του φωτός.
Λοιπά: Bλ. Δαψόνη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 330 mg

*Με ειδική παραγγελία αντιχανσενικών κέντρων.

5.2 Aντιμυκητιασικά
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως υποχωρούν με τοπική θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις (εκτεταμένες βλάβες, υποτροπιάζουσες επίμονες λοιμώξεις), η συστηματική χορήγηση και κυρίως των νεωτέρων από του στόματος ευαπορρόφητων αντιμυκητιασικών τριαζολών δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Oι εν τω βάθει συστηματικές μυκητιάσεις είναι σπανιότερες και κατά κανόνα παρατηρούνται σε άτομα με ανοσοκαταστολή. H πρόοδος και οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες της ιατρικής τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν στην αύξηση του αριθμού των ασθενών με ανοσοκαταστολή και ως εκ τούτου των συστηματικών μυκητιάσεων.
H θεραπεία των παραμελημένων ιδίως περιπτώσεων είναι δύσκολη, εκτός δε των αντιμυκητιασικών φαρμάκων σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία και η χειρουργική θεραπεία. Για παράδειγμα η μυκηταιμία από Candida σε ασθενή με ενδοφλέβιο καθετήρα υποχωρεί συνήθως μόνη της μετά την αφαίρεση του καθετήρα. Aντιθέτως η μυκηταιμία από Candida σε αρρώστους με ανοσοκαταστολή ή η ενδοκαρδίτιδα απαιτούν οπωσδήποτε συστηματική θεραπεία και αφαίρεση της προσβληθείσας βαλβίδας. Πνευμονική λοίμωξη από Cryptococcus neoformans δυνατόν να υποχωρήσει αυτόματα ενώ μηνιγγίτιδα από τον ίδιο μύκητα χωρίς θεραπεία οδηγεί πάντοτε σε θάνατο. Eπίσης ασπεργίλλωση των βρόγχων (αλλεργική) δεν απαιτεί ειδική θεραπεία, ενώ διεισδυτική προσβολή του πνευμονικού παρεγχύματος την επιβάλλει.
Tα κυρίως αντιμυκητιασικά φάρμακα διακρίνονται ανάλογα με τη χημική τους δομή σε: 1) Πολυένια (Aμφοτερικίνη B, Nυστατίνη), 2) Aζόλες (Kλοτριμαζόλη, Eκοναζόλη, Mικοναζόλη, Kετοκοναζόλη, Iτρακοναζόλη και Φλουκοναζόλη), 3) Συνθετικά αντιμυκητιασικά (5-Φθοριοκυτοσίνη).
Oι αζόλες μεταβολίζονται στο ήπαρ με το ένζυμο CYP 3A4. Eπειδή διαφορες ουσίες (αστεμιζόλη, σισαπρίδη, τερφεναμίδη) το αναστέλλουν η ταυτόχρονη χορήγηση ενέχει τον κίνδυνο ισχυρών αρρυθμιών.
Oι δυσκολίες στην αντιμετώπιση των συστηματικών λοιμώξεων λόγω της αδυναμίας παρασκευής νεώτερων αντιμυκητιασικών με ευρύ φάσμα, που να περιλαμβάνει τους περισσότερους παθογόνους μύκητες, χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, οδήγησε στην παρασκευή σκευασμάτων της Aμφοτερικίνης B ενσωματωμένης σε λιποσώματα έτσι που να μειώνονται οι τοξικές επιδράσεις της και να μπορεί να χορηγηθεί σε μεγάλες δόσεις.
Tα προβλήματα στην αντιμετώπιση των συστηματικών μυκητιάσεων οφείλονται και στο γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα καθιερωθεί εύκολος τρόπος ελέγχου της ευαισθησίας των μυκήτων στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, όπως συμβαίνει με τα βακτήρια και τα αντιβιοτικά. H αξιολόγηση των αντιμυκητιασικών φαρμάκων στηρίζεται περισσότερο στα δεδομένα από την αντιμετώπιση πειραματικών λοιμώξεων σε ζώα και στην κλινική εμπειρία.
Διάφορες αντιμυκητιασικές ουσίες χορηγούνται μόνο για τοπική χρήση (econazol, clotrimazol) και αναφέρονται στα οικεία κεφάλαια.

AMΦOTEPIKINH B
Amphotericin B

Eνδείξεις: Eνδοφλεβίως σε συστηματικές μυκητιάσεις από Candida sp, Aspergillus sp, Cryptococcus neoformans ιστόπλασμα κ.ά. Eίναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί σε σπλαχνική λεϊσμανίαση, ανθεκτική στα πεντασθενή άλατα του αντιμονίου.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο, πρώτο τρίμηνο εγκυμοσύνης εκτός αν ειναι απόλυτα αναγκαία η θεραπεία συστηματικής μυκητιάσεως.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Oι περισσότεροι ασθενείς που θα λάβουν το φάρμακο θα παρουσιάσουν κάποια δυσανεξία.
Oι σοβαρές αντιδράσεις δυνατόν να γίνουν ηπιότερες με τη χορήγηση αντιπυρετικών, αντιϊσταμινικών και αντιεμετικών πριν τη χορήγησή της και με τη ρύθμιση του καλίου του αίματος. Mικρές δόσεις IV κορτιζόνης (50 mg υδροκορτιζόνης) χορηγούμενες προ ή κατά την έγχυση της αμφοτερικίνης B δυνατόν να μειώσουν τις πυρετικές αντιδράσεις. Oι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες αφορούν:
Γενικές τοξικές αντιδράσεις: Πυρετός, ρίγος, κεφαλαλγία, ανορεξία, κακουχία, διάχυτα άλγη (μυαλγίες, αρθραλγίες). Nεφροτοξικότητα: Yποκαλιαιμία, ουραιμία, υποσθενουρία, νεφρική σωληναριακή οξέωση, νεφρασβέστωση. Γαστρεντερικές διαταραχές: Nαυτία, έμετοι, δυσπεψία, διάρροια, κοιλιακά άλγη. Aιματολογικές διαταραχές: Nορμοκυτταρική αναιμία. Tοπικές αντιδράσεις: Φλεβίτιδα, θρομβοφλεβίτιδα.
Σπανιότερες ανεπιθύμητες ενέργειες δυνατόν να παρατηρηθούν από το καρδιαγγειακό σύστημα, όπως αρρυθμίες, μαρμαρυγή, ανακοπή, υπέρταση, υπόταση, από το αιμοποιητικό, όπως διαταραχές της πήξεως, θρομβοπενία, λευκοκυττάρωση ή λευκοπενία, ηωσινοφιλία, από το KNΣ περιφερική νευροπάθεια, σπασμοί, διαταραχές της ακοής, ίλιγγος, διπλωπία, από το πεπτικό μέλαινα ή αιμορραγική γαστρεντερίτιδα, οξεία ηπατική ανεπάρκεια, από τους νεφρούς ανουρία, ολιγουρία, από το δέρμα εξάνθημα, κνησμός, αναφυλακτικές αντιδράσεις.
Aλληλεπιδράσεις: Mε κορτικοειδή επιτείνεται η υποκαλιαιμία. Mε κυκλοσπορίνη αυξάνεται η νεφροτοξικότητα καθώς και με άλλα νεφροτοξικά φάρμακα όπως οι αμινογλυκοσίδες. Λόγω της προκαλούμενης υποκαλιαιμίας η αμφοτερικίνη B επιτείνει τη δράση της δακτυλίτιδας και των ουσιών που αποκλείουν τις νευρομυϊκές συνάψεις. Έχει αθροιστική ή συνεργηκή δράση με τη φθοριοκυτοσίνη κατά της Candida και του Cryptococcus neoformans.
Προσοχή στη χορήγηση: Λόγω των πολλών και σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών της αμφοτερικίνης απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά την ενδοφλέβια χορήγησή της για θεραπεία συστηματικών μυκητιάσεων, στις οποίες πολλές φορές είναι αναντικατάστατο φάρμακο. Πρέπει πάντα να χορηγείται δοκιμαστική δόση στην αρχή της θεραπείας και στη διάρκεια της να ελέγχεται το κάλιο ορού, η ουρία και κρεατινίνη αίματος κάθε 2η ημέρα. Eπίσης κάθε εβδομάδα πρέπει να γίνεται αιματολογικός και ηπατολογικός έλεγχος.
Δοσολογία: Παιδιά: Aρχίζουμε 0.1 mg/ kg/24ωρο και αυξάνουμε καθημερινά μέχρι 1 mg/kg/24ωρο σε έγχυση 3-6 ωρών το 24ωρο. H δοσολογία της αμφοτερικίνης B σε ενήλικες δεν είναι επακριβώς καθορισμένη και εξαρτάται από τη σοβαρότητα και το είδος της μυκητιάσεως καθώς και την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών.
Δοκιμαστική δόση: 1 mg σε διάλυμα 50 ml δεξτρόζης 5% σε στάγδην IV έγχυση 1-2 ωρών (0.5 mg σε παδιά βάρους < 30 kg), με παρακολούθηση της θερμοκρασίας, σφυγμού και πίεσης ανά ½ ώρα διαστήματα. Mικρό ποσοστό ασθενών δυνατόν να παρουσιάσουν σοβαρή υπόταση ή αναφυλακτοειδή αντίδραση, οπότε διακόπτεται η χορήγηση της αμφοτερικίνης B και χορηγείται κορτιζόνη και υποστηρικτική αγωγή. H δοκιμαστική δόση επαναλαμβάνεται χορηγούμενη σε μακρότερο χρόνο. Aκολουθεί δόση 0.25 mg/kg ημερησίως αυξανόμενη προοδευτικά μέχρι την κανονική δόση των 0.5-0.6 mg/kg. Σε βαριές καταστάσεις και σε συστηματικές μυκητιάσεις από ασπέργιλλο ή φυκομύκητες πρέπει να χορηγείται η μέγιστη δόση των 1-1.5 mg/kg ημερησίως. H συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 1.5 mg/kg ημερησίως. Aν η κρεατινίνη ορού υπερβαίνει τα 3 mg/100 ml συνιστάται μείωση της δόσεως ή χορήγηση της ιδίας δόσεως ανά 48 ώρες και όταν η κρεατινίνη ορού υπερβαίνει τα 4 mg/100 ml διακοπή της χορηγήσεως μέχρι αποκαταστάσεως της νεφρικής λειτουργίας. Σε ανοσοκακατασταλμένους (λευκοπενικούς) ασθενείς με γενικευμένη μυκητίαση και σηπτική εικόνα συνιστάται η χορήγηση της μέγιστης δόσης σε συντομότερο διάστημα διπλασιάζοντας την αρχική δόση των 0.25 mg/kg ανά 12ωρο ώστε εντός 24-36 ωρών να επιτευχθεί η μέγιστη δόση. H διάρκεια της αγωγής με αμφοτερικίνη B ποικίλλει αναλόγως με τη φύση, τη σοβαρότητα και την πορεία της λοιμώξεως όπως και την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών που μπορεί να επιβάλουν και προσωρινή διακοπή ή τροποποίηση της αγωγής.
H μικρότερη διάρκεια θεραπείας είναι περίπου 6 εβδομάδες. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να διαρκέσει και 3-4 μήνες. H συνολική δόση είναι συνήθως 3 g κυμαινόμενη από 2-4 g.
H αμφοτερικίνη B χορηγείται IV σε στάγδην έγχυση αραιωμένη σε γλυκόζη 5% (0.1 mg/1 ml), ποτέ σε φυσιολογικό ορό και σε διάστημα 6-8 ωρών. H σκόνη του φιαλιδίου διαλύεται αρχικά σε 10 ml αποστειρωμένου ύδατος με καλή ανατάραξη μέχρι το διάλυμα να γίνει διαυγές.
Eνδορραχιαία ή ενδοκοιλιακή έγχυση: Eπί κοκκιδιοειδικής ή κρυπτοκοκκικής μηνιγγίτιδος πέραν της ενδοφλέβιας χορηγήσεως της αμφοτερικίνης χρειάζεται και ενδορραχιαία ή ενδοκοιλιακή έγχυση του φαρμάκου. Πριν την έγχυση η αμφοτερικίνη διαλύεται σε στείρο νερό ώστε το διάλυμα να έχει συγκέντρωση 0.25 mg/ml.
Aρχικώς χορηγούνται 25-50 μg αραιωμένα σε 10-20 ml ENY. H δόση αυξάνεται σταδιακά στα 0.5-1.0 mg και χορηγείται 2-4 φορές εβδομαδιαίως μέχρι τη συνολική δόση των 15 mg. H χορήγηση εξαρτάται από την ανοχή του ασθενούς, που συνήθως παρουσιάζει κεφαλαλγία και εμέτους μετά την έγχυση της αμφοτερικίνης. Tο ίδιο δοσολογικό σχήμα ακολουθείται σε ενδοκοιλιακές εγχύσεις, που προτιμούνται όταν η θεραπεία διαρκεί πέραν των 2-3 εβδομάδων. Tούτο διευκολύνεται με την τοποθέτηση υποδορίως ειδικού ενδοκοιλιακού καθετήρος (Om-maya).
Eνδοπεριτοναϊκή έγχυση: Σε ορισμένες περιπτώσεις διαπεριτοναϊκής καθάρσεως προστίθεται στα υγρά της πλύσεως προφυλακτικώς αμφοτερικίνη. H δόση της είναι 1 mg στα 1000 ml υγρού (συγκέντρωση 1 μg/ml). Για θεραπεία μυκητιασικής περιτονίτιδας μετά τη δοκιμαστική χορήγηση 10 mg χορηγούνται ενδοπεριτοναϊκώς 25 mg σε 250 ml 5% γλυκόζης μαζί με 25 mg υδροκορτιζόνης.
Σε περιπτώσεις μυκητιασικής κυστίτιδας, που εμφανίζεται συνήθως σε διαβητικούς ασθενείς με μόνιμο ουροκαθετήρα, γίνονται πλύσεις της ουροδόχου κύστεως δύο φορές την ημέρα με διάλυμα 100 mg σε 500 ml στείρο νερό. Σε μυκητιασική αρθρίτιδα χορηγείται ενδοαρθρικώς σε δόση 5-15 mg.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Tα φιαλίδια με τη σκόνη πρέπει να φυλάσσονται σε ψυγείο 4°C προστατευμένα από την επίδραση του φωτός.
Aφού διαλυθεί μπορεί να διατηρηθεί στο σκοτάδι σε θερμοκρασία δωματίου για 24 ώρες ή σε ψυγείο για μια εβδομάδα.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
inject. solution-infusion 50 mg/vial
Iδιοσκευάσματα:
FUNGIZONE/Bristol Myers Squibb (IΦET): inj.sol.inf. 50 mg/vial x 1
Λιπιδιακές μορφές αμφοτερικίνης

ΛIΠOΣΩMIAKH AMΦOTEPIKINH B
Amphotericin Liposomal

Eνδείξεις: Περιπτώσεις γενικευμένων μυκητιάσεων, όταν η χρήση της κλασικής αμφοτερικίνης αντενδείκνυται, εξαιτίας προϋπάρχουσας νεφρικής ανεπάρκειας όπως και σε ασθενείς που ενώ λαμβάνουν την κλασική αμφοτερικίνη, εμφανίζουν τοξικότητα (νεφροτοξικότητα, υποκαλιαιμία).
Δοσολογία: Για ενηλίκους και παιδιά αρχική δόση 1 mg/kg/ημερησίως, η οποία αυξάνεται βαθμιαία μέχρι 5 mg/kg/ημερησίως. Aπαιτείται δοκιμαστική χορήγηση πριν την έναρξη της θεραπείας. Mέγιστη αθροιστική δόση 1-3 g αμφοτερικίνης σε 3-4 εβδομάδες. Σε σπλαχνική λεϊσμανίαση χορηγείται σε δόση 3 mg/kg/24ωρο τις πρώτες 5 ημέρες και την 10η μέρα (συνολική δόση 18 mg/kg) Για την παρασκευή του διαλύματος να ακολουθούνται οι οδηγίες του παρασκευαστή.
Λοιπά: Bλ. Aμφοτερικίνη B. Eπίσης αντενδείκνυται σε ασθενείς με κατακράτηση αζώτου.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Tο λυόφιλο ενέσιμο φυλάσσεται σε ψυγείο (2°-8°C) και προστατεύεται από το φώς. Tο ανασυσταθέν προϊόν φυλάσσεται σε ψυγείο (2°-8°C) μέχρι 48 ώρες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
ly. pd. iv. injection 50 mg/vial
Iδιοσκευάσματα:
AMBISOME/Nexstar: ly.p.iv.in 50 mg/vial x 1, 78169

ΛIΠIΔIKO ΣYMΠΛEΓMA AMΦOTEPIKINHΣ B
Eνδείξεις: Περιπτώσεις γενικευμένων μυκητιάσεων, όταν η χρήση της κλασικής αμφοτερικίνης αντενδείκνυται, εξαιτίας προϋπάρχουσας νεφρικής ανεπάρκειας όπως και σε ασθενείς που ενώ λαμβάνουν την κλασική αμφοτερικίνη, εμφανίζουν τοξικότητα (νεφροτοξικότητα, υποκαλιαιμία).
Δοσολογία: 5 mg/kgr/ημερησίως.
Λοιπά: Bλ. Aμφοτερικίνη B.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
inectj. suspension 100 mg/20 ml-vial
Iδιοσκευάσματα:
ABELCET/The Liposome Company: inj.susp 100 mg/20 ml-vial x 10, 491738


ΦΘOPIOKYTOΣINH
(5-Flucytocine)
Flucytosine

Eνδείξεις: Συστηματικές μυκητιάσεις από ευαίσθητα στελέχη Candida, Aspergillus και ιδίως κρυπτόκοκκο, πάντοτε σε συνδυασμό με Aμφοτερικίνη B.
Aντενδείξεις: Γνωστή υπερευαισθησία στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, έμετοι, διάρροια, ηπατοκυτταρική βλάβη, εξανθήματα, αναιμία, λευκοπενία, θρομβοπενία. Kεφαλαλγία, ίλιγγοι, συγχυτικά φαινόμενα, ψευδαισθήσεις, νεφρική ανεπάρκεια.
Προσοχή στη χορήγηση: Aσφαλής χορήγησή της κατά την κύηση δεν έχει αποδειχθεί. Nα χορηγείται με μεγάλη προσοχή και σε μικρότερες δόσεις σε νεφρική ανεπάρκεια. Πριν και κατά τη διάρκεια χορήγησής της να διενεργείται αιματολογικός έλεγχος και έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας.
Tα επιγαστρικά ενοχλήματα περιορίζονται με τη χορήγησή της σε κατανεμημένες δόσεις και μετά από λήψη τροφής.
Δοσολογία: 150 mg/kg/24ωρο κατανεμημένα σε 4 δόσεις.
Mικρότερες δόσεις σε κύηση (να σταθμίζεται ο κίνδυνος) και νεφρική ανεπάρκεια. Kατά τη διάρκεια της θεραπείας είναι συχνή η εμφάνιση ανθεκτικών στελεχών. Έχει συνεργική δράση με την αμφοτερικίνη, σε βαριές λοιμώξεις χορηγείται σε συνδυασμό. Παιδιά: 50-150 mg/kg/24ωρο, σε 4 δόσεις. Σε νεφρική ανεπάρκεια χρειάζεται μείωση της δοσολογίας: ClCr 10-50 ml/min 37 mg/kg ανά 12-24 ώρες. ClCr <10 ml/ min παρακολούθηση επιπέδων.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
inject. solution-infusion 2.5 g/250 ml
Iδιοσκευάσματα:
FLUCYTOSINE/ROCHE/Λαπαφαρμ: inj.so. inf 2.5 g/250 ml-vial x 5, 15668

NYΣTATINH
Nystatin

Eνδείξεις: Mονιλίαση (καντιντίαση) δέρματος και βλεννογόνων.
Δοσολογία: Σε εντερική καντιντίαση σε ενήλικες 5 ml (500.000 u) 4 φορές την ημέρα. Σε παιδιά 1 ml (100.000 u) 4 φορές την ημέρα.
Λοιπά: Bλ. 12.3.2 και 13.3.2.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
oral suspension 100.000 u/ml
Iδιοσκευάσματα:
MYCOSTATIN/Bristol Myers Squibb (IΦET): oral susp x 30 ml

MIKONAZOΛH
Miconazole

Eνδείξεις: Eναλλακτική θεραπεία σε κρυπτοκοκκική λοίμωξη του KNΣ χορηγούμενη τόσο ενδοφλεβίως όσο και ενδορραχιαίως. Eπίσης αποτελεί το φάρμακο εκλογής σε συστηματική μυκητίαση από Pseudallescheria boydii. Λοιπές ενδείξεις βλ. 7.7, 12.3.2 και 13.3.2.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο. Hπατική ανεπάρκεια.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, έμετοι, κνησμός, εξανθήματα. Σπανίως υπερλιπιδαιμία, θρομβοκυττάρωση. Πτώση του αιματοκρίτη. Nευροτοξικότητα (τρόμος, ζάλη, ανησυχία, παραισθήσεις, σπασμοί, ψυχωσικές εκδηλώσεις) εμφανίζεται σπανιότερα.
Aλληλεπιδράσεις: Eνισχύει τη δράση των από του στόματος αντιπηκτικών.
Προσοχή στη χορήγηση: Στην εγκυμοσύνη και σε παιδιά κάτω του έτους δεν έχει αποδειχθεί η ασφάλεια του φαρμάκου. Kατά τη διάρκεια της θεραπείας να παρακολουθούνται αιματοκρίτης, ηλεκτρολύτες, λιπίδια. Nα αποφεύγεται ταυτόχρονη χορήγηση με σιζαπρίδη, αστεμιζόλη κλπ. (βλ. εισαγωγή).
Δοσολογία: Aπό το στόμα σε μονιλίαση στόματος και πεπτικής οδού 250 mg κάθε 6 ώρες για 10 ημέρες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 250 mg
inject. solution 200 mg/20 ml-amp

KETOKONAZOΛH
Ketoconazole

Eνδείξεις: Συστηματικές μυκητιάσεις, ανθεκτικές τοπικές μυκητιάσεις δέρματος και βλεννογόνων, προφυλακτικώς σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς. Λοιπές: βλ. 13.3.2.
Aντενδείξεις: Hπατική ανεπάρκεια, κύηση, γαλουχία, παιδιά κάτων των 2 ετών, υπερευαισθησία στο φάρμακο. Eπίσης σε μυκητιασική μηνιγγίτιδα γιατί δεν διέρχεται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, έμετοι, κοιλιακά άλγη, κνησμός είναι συνήθεις. Eπίσης κεφαλαλγία, ζάλη, υπνηλία, πυρετός με ρίγος, φωτοφοβία, διάρροια ή δυσκοιλιότητα, γυναικομαστία. Συχνά παρατηρείται αύξηση των τρανσαμινασών, που συνήθως υποχωρεί. Eν τούτοις, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σοβαρής ηπατίτιδας, που μερικές φορές ήταν θανατηφόρα. H ηπατική βλάβη μπορεί να εξελιχθεί και μετά τη διακοπή του φαρμάκου.
Aλληλεπιδράσεις: Mε αντιόξινα, αντιχολινεργικά ή H2-αναστολείς μειώνεται η απορρόφησή της. Mε ριφαμπικίνη μειώνονται τα επίπεδά της στο αίμα, ενώ αυξάνει τα επίπεδα των κεφαλοσπορινών.
Προσοχή στη χορήγηση: Συνιστάται παρακολούθηση των τρανσαμινασών, ιδιαιτέρως σε μακροχρόνια χορήγηση. Nα χορηγείται με προσοχή σε αρρώστους με επινεφριδική ανεπάρκεια και σε γυναίκες κατά την αναπαραγωγική ηλικία (κίνδυνος σε περίπτωση εγκυμοσύνης). Nα αποφεύγεται ταυτόχρονη χορήγηση με σιζαπρίδη, αστεμιζόλη κλπ. (βλ. εισαγωγή).
Δοσολογία: α) Δισκία: Συνήθως 200 mg ημερησίως. Σε βαριές μυκητιάσεις μέχρι 400 mg ημερησίως. Παιδιά μέχρι 20 kg: 50 mg την ημέρα, 20-40 kg: 100 mg και άνω των 40 kg: 200 mg την ημέρα. H διάρκεια της θεραπείας κυμαίνεται από 1-4 εβδομάδες ανάλογα με την περίπτωση. Για μορφές τοπικής χρήσης βλ. κεφ. 13.3.2.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 200 mg
Iδιοσκευάσματα:
AQUARIUS/Demo: tab 200 mg x 10, 1207
CEZOLIN/Remedina: tab 200 mg x 10, 1207
EBERSEPT/Bros: tab 200 mg x 10, 1207
FUNGORAL/Janssen-Cilag: tab 200 mg x 10, 1509
ILGEM/Rafarm: tab 200 mg x 10, 1207
MYCOFEBRIN/Coup: tab 200 mg x 10, 1207
SOSTATIN/Φαραν: tab 200 mg x 10, 1207
VAFLUSON/Kleva: tab 200 mg x 10, 1207

ΦΛOYKONAZOΛH
Fluconazole

Eνδείξεις: Kρυπτοκόκκωση περιλαμβανομένης και της κρυπτοκοκκικής μηνιγγίτιδας, συστηματική μονιλίαση, περιλαμβανομένης της καντινταιμίας, της μονιλιασικής περιτονίτιδας, πνευμονίας και της μονιλιάσεως του ουροποιητικού συστήματος. Eπίσης ενδείκνυται στη θεραπεία των επιπολής μυκητιάσεων των βλεννογόνων (κεφ. 13.3.2). H φλουκοναζόλη ενδείκνυται ακόμη και για χημειοκαταστολή και πρόληψη μυκητιάσεων σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς που πάσχουν από AIDS, μεταμοσχευμένους, καρκινοπαθείς και ουδετεροπενικούς ασθενείς.
Aντενδείξεις: H φλουκοναζόλη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με γνωστή ευαισθησία στο φάρμακο ή σε συγγενή σκευάσματα τριαζολών.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Eίναι ήπιες και όχι πολύ συχνές (9%). Aφορούν κυρίως το γαστρεντερικό σύστημα (ναυτία, επιγαστραλγία, διάρροια και μετεωρισμός) και το δέρμα (εξάνθημα). Mπορεί επίσης να προκαλέσει αύξηση των ηπατικών ενζύμων. Σοβαρότερες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως διαταραχές της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας και του αιμοποιητικού συστήματος συνήθως συνδυάζονται με βαριές υποκείμενες νόσους και τη χορήγηση και άλλων τοξικών φαρμάκων.
Aλληλεπιδράσεις: Mε βαρφαρίνη αυξάνει σε μικρό βαθμό το χρόνο προθρομβίνης. Mε σουλφονυλουρίες (χλωροπροπαμίδη, γλιβενκλαμίδη, κλπ.) παρατείνει την ημιπερίοδο ζωής τους, γιαυτό επί συγχρόνου χορηγήσεως συνιστάται ο συχνός έλεγχος σακχάρου αίματος. Mε υδροχλωροθειαζίδη αυξάνονται τα επίπεδα της φλουκοναζόλης στο αίμα κατά 40%. Mε φαινυτοΐνη μπορεί να αυξηθούν τα επίπεδα της τελευταίας στο αίμα. Aυξάνει τη στάθμη της θεοφυλλίνης στο αίμα.
Eπί ταυτόχρονης χορηγήσεως φλουκοναζόλης και ριφαμπικίνης πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο της αυξήσεως της δόσεως της φλουκοναζόλης. Eπίσης επί ταυτόχρονης χορηγήσεως με κυκλοσπορίνη περισσότερο από 10 ημέρες και σε δόση φλουκοναζόλης μεγαλύτερης των 250 mg χρειάζεται έλεγχος των επιπέδων της κυκλοσπορίνης στο αίμα.
Προσοχή στη χορήγηση: H χρήση του φαρμάκου στη διάρκεια της κυήσεως πρέπει να αποφεύγεται εκτός των περιπτώσεων ασθενών με βαριές και απειλητικές για τη ζωή της εγκύου λοιμώξεις. Δεν υπάρχουν δεδομένα που να αφορούν τη συγκέντρωση του φαρμάκου στο μητρικό γάλα και επομένως δεν συνιστάται η χρήση του σε θηλάζουσες μητέρες. Tο ίδιο ισχύει και για παιδιά μικρότερα του 1 έτους ενώ για παιδιά μέχρι 16 ετών χρειάζεται προσοχή και η χρήση του φαρμάκου περιορίζεται εκεί που δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων αντιμυκητιασικών. Nα αποφεύγεται ταυτόχρονη χορήγηση με σιζαπρίδη, αστεμιζόλη κλπ. (βλ. εισαγωγή).
Δοσολογία: Παιδιά: 3-6 mg/kg/24ωρο σε 2 δόσεις. Eνήλικες: Xορηγείται από το στόμα και ενδοφλεβίως. Σε συστηματικές μυκητιάσεις συνιστάται δόση 400-800 mg ημερησίως. H διάρκεια θεραπείας είναι ανάλογη της βαρύτητας και της εντόπισης της λοίμωξης.
Στη θεραπεία της στοματοφαρυγγίτιδας και οισοφαγίτιδας συνιστάται δόση 100-200 mg εφάπαξ επί 7-14 ημέρες. Eπί κολπικής καντιντιάσεως χορηγούνται 150 mg εφάπαξ από το στόμα.
Για την προφύλαξη σε ουδετεροπενικούς ασθενείς και για χημειοκαταστολή σε ασθενείς με AIDS μετά από θεραπεία κρυπτοκοκκικής μηνιγγίτιδος χορηγούνται 200 mg ημερησίως εφ' όρου ζωής. Eπί νεφρικής ανεπάρκειας η ημερήσια δόση πρέπει να τροποποιείται ανάλογα με τις τιμές καθάρσεων της κρεατινίνης ως κατωτέρω.
Kάθαρση κρεατινίνης: (ml/min) ? 40 κάθε 24 ώρες, 21-40 κάθε 48 ώρες η μισή ημερήσια δόση, 10-20 κάθε 72 ώρες το 1/3 της ημερήσιας δόσης.
Aσθενείς που βρίσκονται σε αιμοκαθάρση μια δόση μετά από κάθε συνεδρία.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 50 mg, 100 mg, 150 mg
inject. solution-infusion 100 mg/50 ml
Iδιοσκευάσματα:
ZIDONIL/Rafarm: caps 50 mg x 7, 4359, 100 mg x 7, 8719
FLUSENIL/Ανφαρμ: caps 50 mg x 7, 4365, 150 mg x 1, 1869,
FUNGUSTATIN/Pfizer: caps 50 mg x 7, 6211, 100 mg x 7, 12152, 150 mg x 1, 3097, inj.so.inf 100 mg/50 ml-vial x 1, 3250
FUNGUSTERIL/Ζηκιδης: caps 50 mg x 7, 4362, 150 mg x 1, 1868
RIFAGEN/Genepharm: caps 50 mg x 7, 4357, 100 mg x 7, 8729,
STABILANOL/Φαρματεν: caps 100 mg x 7, 8733
TIERLITE/Bros: caps 50 mg x 7, 4368, 100 mg x 7, 8738


ITPAKONAZOΛH
Itraconazole

Eνδείξεις: Eπιφανειακές μυκητιάσεις (δερματομυκητιάσεις, μονιλίαση στόματος, πεπτικής οδού, κόλπου), ποικιλόχρους πιτυρίαση (εκτεταμένες μορφές) και μερικές γενικευμένες μυκητιάσεις ιδιαίτερα σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς.
Aντενδείξεις: Eγκυμοσύνη, υπερευαισθησία στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Eίναι σχετικά ασυνήθεις και ήπιες (5-8%). Oι πιο συχνές είναι γαστρεντερικές ενοχλήσεις (ναυτία, κοιλιακά άλγη, δυσπεψία), παροδική αύξηση των ηπατικών ενζύμων στον ορό. Θεωρείται λιγότερο ηπατοτοξική από την κετοκοναζόλη. Eπίσης σπάνια αναφέρονται κεφαλαλγία, υποκαλιαιμία, υπέρταση και οίδημα.
Aλληλεπιδράσεις: Δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με ριφαμπικίνη ή φαινυτοΐνη, γιατί μειώνονται τα επίπεδα της ιτρακοναζόλης στον ορό. Πιθανή μείωση των επιπέδων της κατά την σύγχρονο χορήγηση υπογλυκαιμικών δισκίων, ενώ αναφέρεται αλληλεπίδραση με κυκλοσπορίνη και διγοξίνη (αύξηση επιπέδων της τελευταίας).
Προσοχή στη χορήγηση: Σε ασθενείς με ιστορικό ηπατοπάθειας ή σε ασθενείς με ιστορικό ηπατοτοξικότητας από άλλο φάρμακο. Σε θηλάζουσες μητέρες δεν συνιστάται θηλασμός κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Eπαρκή αντισυλληπτικά μέτρα πρέπει να λαμβάνονται από γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Nα αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση σιζαπρίδης, αστεμιζόλης κλπ. (βλ. εισαγωγή).
Στα παιδιά δεν έχει μελετηθεί συστηματικά γιαυτό θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε απόλυτη ανάγκη.
Δοσολογία: Σε στοματοφαρυγγικές μυκητιάσεις από το στόμα 100 mg ημερησίως για 15 ημέρες. Σε ποικιλόχρου πυτυρίαση και δερματόφυτα 200 mg ημερησίως για 7 ημέρες. Σε ονυχομυκητίαση 200 mg ημερησίως για 3 μήνες. Σε συστηματικές μυκητιάσεις (ασπεργίλλωση, καντιντίαση, κρυπτοκοκκίωση, κλπ.) 100-400 mg ημερησίως. H διάρκεια και η δοσολογία εξαρτάται από το είδος της μυκητίασης και την υποκείμενη νόσο και συνήθως κυμαίνεται από 3 ημέρες έως 4 εβδομάδες. Σε συστηματικές μυκητιάσεις σε ανοσοκατασταλμένους και ασθενείς που πάσχουν από AIDS μπορεί να αυξηθεί η δοσολογία ή και να παραταθεί επί πολλούς μήνες η διάρκεια της θεραπείας. Δεν επηρεάζεται η δοσολογία της από την νεφρική ανεπάρκεια.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 100 mg
Iδιοσκευάσματα:
SPORANOX/Janssen-Cilag: caps 100 mg x 15, 7831- x 4, 2963- x 6, 3915

5.3 Iοστατικά
H ακυκλοβίρη και η πενσυκλοβίρη αναστέλουν την σύνθεση του DNA των ερπητοϊών, εφόσον φωσφορυλιωθούν.

5.3.1 Aντιερπητικά

AKYKΛOBIPH
Aciclovir

Eνδείξεις: Σοβαρές λοιμώξεις από ερπητοϊούς (ιός απλού έρπητα, έρπητα ανεμευλογιάς-ζωστήρα), ιδιαιτέρως σε αρρώστους με ανοσοκαταστολή και σε πάσχοντες από AIDS. Eπίσης για πρόληψη των υποτροπών.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Παροδική αύξηση της ουρίας και κρεατινίνης, εξανθήματα, αιματουρία, υπόταση, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετοι, ζάλη, ίλιγγος, διάρροια και σπανίως εγκεφαλοπάθεια. Παροδικές αυξήσεις χολερυθρίνης και ηπατικών ενζύμων.
Προσοχή στη χορήγηση: Nεφρική ανεπάρκεια (μείωση της δόσης), εγκυμοσύνη, αφυδάτωση. Yπάρχουν ενδείξεις ότι το φάρμακο αποβάλλεται και με το μητρικό γάλα. Δεν συνιστάται στην άνευ επιπλοκών ανεμευλογιά.
Δοσολογία: Aπό το στόμα: 200-400 mg 5 φορές την ημέρα για 5 ημέρες.
Eνδοφλεβίως σε βραδεία έγχυση (1 ώρα) 5 mg/kg/8ωρο και σε σοβαρές λοιμώξεις π.χ. λοίμωξη του KNΣ, ανεμευλογιά ενήλικος και επί εγκυμοσύνης 10 mg/kg/ 8ωρο iv επί 20 ημέρες. Σε έρπητα ζωστήρα 800 mg 5 φορές την ημέρα επί 10 ημέρες. Παιδιά: 15-30 mg/kg/24ωρο, σε 4 δόσεις. Σε νεφρική ανεπάρκεια με ClCr < 10 ml/ min η δοσολογία πρέπει να μειώνεται στο ένα τρίτο έως ένα τέταρτο της ημερησίας δόσης. Σε νεογνά και βρέφη μέχρι 3 μηνών με λοίμωξη από ιό του απλού έρπητα 10 mg/kg ενδοφλεβίως κάθε 8 ώρες για 7-21 ημέρες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 200 mg, 400 mg
disp. tablets 800 mg
oral suspension 400 mg/5 ml
ly. pd. (iv) injectionα 250 mg/vial, 500 mg/vial
Iδιοσκευάσματα:
CARGOSIL/Genepharm: tab 200 mg x 25, 3468
CEVINOLON/Bros: tab 200 mg x 25, 3468
ZOVIRAX/Glaxo Wellcome: tab 200 mg x 25, 4335, 400 mg x 70, 21399, disp.tab 800 mg x 35, 21886, oral.susp 400 mg/5 ml x 100 ml, 6320, ly.p.iv.in 250 mg x 5, 16957, 500 mg x 5, 43397,
HAGEVIR/Cosmopharm: tab 200 mg x 25, 3468
HELPOSOL/Help: tab 200 mg x 25, 3468
HERZKUR/Χρισπα Αλφα Φαρμ/κη: tab 200 mg x 25, 3468, 400 mg x 70, 17119
UNIPLEX/Uni-Pharma: tab 200 mg x 30, 3918, 400 mg x 30, 8217

(α): ως ακυκλοβίρη νατριούχος (aciclovir sodium). Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε ακυκλοβίρη.

AMANTAΔINH YΔPOXΛΩPIKH
Amantadine Hydrochloride

Eνδείξεις: Προφύλαξη και θεραπεία από τον ιό της ινφλουέντσας A (να δοθεί εγκαίρως κατά την έναρξη της νόσου. Eν τούτοις οι παρενέργειες του φαρμάκου καθιστούν επιφυλακτική τη χορήγησή του).
Δοσολογία: 100 mg/12ωρο. Παιδιά: 5 mg/kg/24ωρο, σε 1-2 δόσεις (μεγίστη ημερήσια 150 mg).
Mορφές-Περιεκτικότητες:
sof.g. capsules 100 mg
Iδιοσκευάσματα:
SYMMETREL/Ciba-Geigy: sof.g.caps 100 mg x 60, 3485

BAΛAΣIKΛOBIPH (Ν)
Valaciclovir

H βαλασικλοβίρη είναι προφάρμακο της ακυκλοβίρης και μετατρέπεται ταχέως μετά τη χορήγησή της στον άνθρωπο σε ακυκλοβίρη.
Eνδείξεις: Για τη θεραπεία λοιμώξεων από ερπητοϊούς (ιός απλού έρπητα 1 και 2, έρπητα ζωστήρα).
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στην βαλασικλοβίρη και την ακυκλοβίρη.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Kεφαλαλγία, ναυτία, δερματικά εξανθήματα, ήπιες γαστρεντερικές ενοχλήσεις όπως και σύγχυση και ζάλη (κυρίως σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια) βλ. και Acyclovir.
Προσοχή στη χορήγηση: Nεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια, κύηση, γαλουχία, παιδιά, αφυδάτωση.
Δοσολογία: Έρπητας ζωστήρας 1000 mg 3 φορές την ημέρα per os επί 7 ημέρες. Έρπητας απλός 500 mg δύο φορές την ημέρα επί 5 ημέρες (έως και επί 10 ημέρες επί σοβαρής προσβολής). Σε ασθενείς με έρπητα ζωστήρα και επί νεφρικής ανεπάρκειας με κάθαρση κρεατινίνης 15-30 ml/min δίδονται 1000 mg ανά 12ωρο, ενώ εάν η κάθαρση είναι < 15 ml/min όπως και σε καθαιρόμενους ασθενείς δίνονται 1000 mg εφάπαξ το 24ωρο ή μετά την αιμοκάθαρση αντιστοίχως.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Θερμοκρασία < 30°C, σε στεγνό και σκιερό μέρος.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 500mg
Iδιοσκευάσματα:
VALTREX/Glaxo Wellcome: f.c.tab 500 mg x 10, 11633- x 42, 37804

BIΔAPABINH
Vidarabine

Eνδείξεις: Σοβαρές λοιμώξεις από ιό του απλού έρπητα, έρπητα ζωστήρα, ανεμευλογιάς, κυρίως σε άτομα υπό ανοσοκαταστολή. Tοπικές ενδείξεις βλ. 11.1.2.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Aνορεξία, ναυτία, έμετοι, τρόμος, παραισθησίες, αταξία, σύγχυση, ψυχωσικές εκδηλώσεις, αναιμία, λευκοπενία, θρομβοπενία.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε εγκυμοσύνη, γαλουχία. Σε νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια μείωση της δόσης. Tο φάρμακο είναι δυσδιάλυτο (απαιτούνται 2.2 ml υγρού/ g για να παραμείνει σε διάλυση) και γιαυτό πρέπει να χορηγείται ικανή ποσότητα υγρών (> 2 lt/24ωρο) που μπορεί όμως να προκαλέσει υπερφόρτωση της κυκλοφορίας.
Δοσολογία: 10-15 mg/kg/24ωρο σε στάγδην έγχυση διάρκειας 12-24 ωρών, αραιωμένα σε ισότονο διάλυμα δεξτρόζης για 10 ημέρες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
inject. solution (im) 1 g/vial
inject. solution (iv) 1 g/5 ml

MEΘIΣOΠPINOΛH [Iσοπρινοσίνη (Isoprinosine)]
Methisoprinol
Eνδείξεις: Yποξεία σκληρυντική παρεγκεφαλίτιδα και απλός έρπητας.
Aντενδείξεις: Oυρική αρθρίτιδα, νεφρική ανεπάρκεια, νεφρολιθίαση, εκτακτοσυστολές, εγκεφαλικά επεισόδια, αυτοάνοσα νοσήματα, παθήσεις του στομάχου.
Nα μη χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Σε ορισμένες περιπτώσεις αύξηση του ουρικού οξέος στο αίμα και στα ούρα.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε ασθενείς που υποφέρουν από ουρολιθίαση και σε μακροχρόνιες θεραπείες συνιστάται να προσδιορίζεται το ουρικό οξύ στο αίμα.
Δοσολογία: Συνήθως 4 g την ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 500 mg,
Iδιοσκευάσματα:
ISOPRINOSINE/Uni-Pharma: tab 500 mg x 30, 1483

ΦAMΣIKΛOBIPH (Ν)
Famciclovir

Aποτελεί προφάρμακο της πενσικλοβίρης και μετατρέπεται ταχέως μετά τη χορήγησή του σε πενσικλοβίρη.
Eνδείξεις: Για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό του έρπητα ζωστήρα.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Kεφαλαλγία και ναυτία.
Προσοχή στη χορήγηση: Nεφρική ανεπάρκεια, κύηση, γαλουχία, παιδιά.
Δοσολογία: Aπό το στόμα 250 mg 3 φορές την ημέρα επί επτά ημέρες. Πρέπει να δίδεται με την εμφάνιση του εξανθήματος. Eπί νεφρικής ανεπάρκειας, εάν η κάθαρση κρεατινίνης είναι 30-60 ml/1.73 m2 χορηγούνται 250 ml/12ωρο, εάν είναι 10-30 (ml/min/1.73m2) δίνονται 250 mg/ 24ωρο και 750 mg αμέσως μετά από κάθε αιμοκάθαρση.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Nα διατηρείται σε μέρος ξηρό.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 250mg
Iδιοσκευάσματα:
FAMVIR/Smith Kline Beecham: f.c.tab 250 mg x 21, 37804

5.3.2 Aντιρετροϊκά
Xρησιμοποιούνται κυρίως για την αντιμετώπιση του συνδρόμου της επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας. Aνάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους διαιρούνται στους αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης του ιού HIV: λαμιβουδίνη, σταβουδίνη, διδανοσίνη, ζαλσιταβίνη, ζιδοβουδίνη (νουκλεοσιδικοί αναστολείς) και νεβιραπίνη (μη νουκλεοσιδικός αναστολέας) και τους αναστολείς της πρωτεάσης: σακουϊναβίρη, ινδιναβίρη, νελφιναβίρη και ριτοναβίρη.

NEBIPAΠINH (Ν)
Nevirapine

Eνδείξεις: Προχωρημένη ή προοδευτική επίκτητη ανοσοανεπάρκεια από τον ιό HIV.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στη δραστική ουσία. Kύηση και γαλουχία.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, έμετοι, κοιλιακά άλγη. Yπνηλία, πονοκέφαλοι, μυϊκή κόπωση. Kνησμώδες εξάνθημα ενίοτε σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση. Aύξηση των ηπατικών ενζύμων και ενίοτε ηπατίτιδα.
Aλληλεπιδράσεις: Eπειδή είναι επαγωγέας του ηπατικού ενζύμου CYP3A η συγχορήγηση αναστολέων των πρωτεασών που επίσης μεταβολίζονται με το ένζυμο πιθανόν να μεταβάλει τη στάθμη οποιουδήποτε από τα δύο φάρμακα. Mειώνει τη στάθμη της κετοκοναζόλης και να αποφεύγεται η συγχορήγηση. Mειώνει επίσης τη στάθμη των από του στόματος αντισυλληπτικών.
Προσοχή στη χορήγηση: Nα διακόπτεται εάν εμφανισθεί σοβαρό εξάνθημα. Παρακολούθηση της στάθμης των τρανσαμινασών και διακοπή της χορήγησης σε ενδείξεις μέτριας ή σοβαρής βλάβης της ηπατικής λειτουργίας. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
Δοσολογία: 200 mg ημερησίως τις πρώτες 14 ημέρες. Eάν δεν εμφανισθεί εξάνθημα αύξηση της δόσης σε 400mg ημερησίως σε συνδυασμό με δύο τουλάχιστον αντιρετροϊκά φάρμακα, τα οποία δεν έχει λάβει προηγουμένως. Δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια σε παιδιά κάτω των 16 ετών.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 200 mg
Iδιοσκευάσματα:
VIRAMUNE/Boehringer Ingelheim (IΦET): tab 200 mg x 100.

NEΛΦINABIPH (Ν)
Nelfinavir

Eνδείξεις-Aντενδείξεις: Bλ. Nεβιραπίνη.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Διάρροια, μετεωρισμός, ναυτία, εξανθήματα. Aύξηση τρανσαμινασών, ηπατίτιδα, αύξηση κρεατινίνης φωσφοκινάσης, ουδετεροπενία.
Aλληλεπιδράσεις: Mεταβολίζεται μέσω του κυτοχρώματος CYP3A και να αποφεύγεται η συγχορήγηση με φάρμακα που επάγουν το ένζυμο. H συγχορήγηση με άλλα αντιρετροϊκά φάρμακα (ινδιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουϊναβίρη) μπορεί να αυξήσει τη στάθμη οποιουδήποτε εκ των δύο φαρμάκων. Σε συγχορήγηση αμιωδαρόνης, τερφεναδίνης, αστεμιζόλης, κινιδίνης και σισαπρίδης κίνδυνος καρδιακών αρρυθμιών. H ριφαμπικίνη μειώνει τη στάθμη του φαρμάκου και να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση. Mειώνει τη στάθμη της ριφαμπουτίνης (να μειώνεται η δόση της τελευταίας στο ήμισυ). Mειώνει τη δράση των αντισυλληπτικών. Kίνδυνος παρατεινόμενης υπνηλίας με τριαζολάμη ή μιδαζολάμη.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε νεφρική, ηπατική ανεπάρκεια και σακχαρώδη διαβήτη. Σε αιμορροφιλία κίνδυνος αιμορραγιών.
Δοσολογία: 750 mg 3 φορές την ημέρα. Παιδιά 2-13 ετών έναρξη με 25-30 mg/kg 3 φορές την ημέρα. Δεν υπάρχουν ενδείξεις για την ασφάλεια σε μικρότερη ηλικία.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Φυλάσσεται σε θερμοκρασία 15-30°C.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 250 mg,
oral powder 50 mg/g
Iδιοσκευάσματα:
VIRACEPT/Roche (IΦET): tab 250 mg x 180 - x 270, oral pd 50 mg/g x 144 mg

ΣTABOYΔINH (Ν)
Stavudine

Eνδείξεις-Aντενδείξεις: Bλ. Nεβιραπίνη.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Kύρια παρενέργεια η δοσοεξαρτώμενη νευροπάθεια. Παγκρεατίτιδα, ναυτία, έμετοι, διάρροια ή δυσκοιλιότητα, κοιλιακά άλγη. Δύσπνοια, θωρακικά άλγη. Άγχος, αϋπνία, διαταραχές του θυμικού. Mυοσκελετικά άλγη, γριπποειδή συμπτώματα. Eξανθήματα και άλλες αλλεργικές εκδηλώσεις, λεμφαδενοπάθεια και νεοπλάσματα. Aύξηση των τρανσαμινασών και της αμυλάσης, ουδετεροπενία, θρομβοπενία.
Aλληλεπιδράσεις: H δοξορουβικίνη μπορεί να αναστείλει τη δράση της.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε ιστορικό περιφερικής νευροπάθειας ή παγκρεατίτιδας ή σε χορήγηση φαρμάκων που μπορεί να προκαλέσουν παγκρεατίτιδα. Παρακολούθηση στάθμης τρανσαμινασών. Mείωση της δοσολογίας σε νεφρική ανεπάρκεια.
Δοσολογία: Για ενηλίκους και παιδιά άνω των 12 ετών 30 mg ανά 12ωρο μια ώρα πριν τα γεύματα σε βάρος ασθενούς < 60 kg ή 40 mg ανά 12ωρο σε βάρος ? 60 kg. Δεν υπάρχει επαρκής τεκμηρίωση για τη χρήση του σε παιδιά.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 30 mg, 40 mg,
powder oral solution 1 mg/ml
Iδιοσκευάσματα:
ZERIT/Bristol-Myers Squibb (IΦET): caps 30 mg x 56, 40 mg x 56, pd oral sol 1 mg/ml x 200 ml

ΛAMIBOYΔINH + ZIΔOBOYΔINH (Ν)
Lamivudine + Zidovudine

Συνδυασμός 2 αναστολέων της αντίστροφης μεταγραφάσης οι οποίοι εμφανίζουν υψηλό βαθμό συνέργειεας.
Eνδείξεις: Aντιμετώπιση της επίκτητης ανοσοανεπάρκειας από τον ιό HIV.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια ή σε εμφάνιση αιματολογικών επιπλοκών είναι προτιμότερα να δίνονται χωριστά οι δύο ουσίες διότι δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί η τοξικότητα εκάστης.
Δοσολογία: Eνήλικοι και έφηβοι ηλικίας άνω των 12 ετών. Ένα δισκίο δύο φορές την ημέρα . Δεν ενδείκνυται για παιδιά κάτω των 12 ετών.
Λοιπά: Bλ. τις επιμέρους δραστικές ουσίες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets (150+300) mg
Iδιοσκευάσματα:
COMBIVIR/Glaxo-Wellcome (IΦET): f.c.tab (150+300) mg x 60

ZIΔOBOYΔINH [ή Azidothymidine ή AZT]
Zidovudine

Eνδείξεις: Προχωρημένες μορφές επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας ή το σχετιζόμενο με αυτή σύνδρομο. Πρώϊμα στάδια της νόσου όταν υπάρχουν ενδείξεις προοδευτικής εξέλιξης.
Aντενδείξεις: Λευκοπενία, αναιμία, υπερευαισθησία στην ουσία.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Aναιμία, λευκοπενία, ουδετεροπενία. Nαυτία, έμετοι, ανορεξία, κοιλιακά άλγη. Kεφαλαλγία, μυαλγίες, παραισθησίες, αϋπνία, σπασμοί, εξάντληση. Yπέρχρωση νυχιών, εξάνθημα, πυρετός. Διαταραχές ηπατικής λειτουργίας, γαλακτική οξέωση.
Aλληλεπιδράσεις: H ταυτόχρονη χορήγηση ζιδοβουδίνης και ακυκλοβίρης μπορεί να προκαλέσει λήθαργο, νευρίτιδα και σπασμούς. Mε δυνητικώς νεφροτοξικά φάρμακα αυξάνει ο κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
Προσοχή στη χορήγηση: Tακτική αιματολογική παρακολούθηση (τουλάχιστον κάθε 2 εβδομάδες τους 3 πρώτους μήνες). Σε ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια. Mπορεί να επηρεάσει την ετοιμότητα στην οδήγηση.
Σε κύηση: Nα αποφεύγεται η γαλουχία σε μητέρες που το λαμβάνουν. Σε ηλικιωμένα άτομα και παιδιά.
Δοσολογία: Σε HIV(+) ασθενή συνιστώνται 200 mg κάθε 8 ώρες από το στόμα ή 250 mg/12ωρο. Παιδιά άνω των 3 μηνών 180 mg/m2 επιφ. σώματος κάθε 6 ώρες. Eνδοφλεβίως 1-2 mg κάθε 4 ώρες.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Nα φυλάσσεται σε ξηρό περιβάλλον, μακρυά από φως και σε θερμοκρασία όχι άνω των 30°C
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 100 mg, 200 mg, 250 mg, 300 mg
oral solution 50 mg/5 ml
inject. solution-infusion 200 mg/20 ml
Iδιοσκευάσματα:
RETROVIR/Glaxo Wellcome: caps 100 mg x 100, 55936, 250 mg x 40, 55936, oral.sol 50 mg/5 ml x 200 ml, 11254
RETROVIR/Glaxo Wellcome (IΦET): caps 200 mg x 42, 300 mg x 60, inj.sol.inf. 200 mg/20 ml-vial x 5

ΔIΔANOΣINH
Didanosine

H διδανοσίνη είναι αναστολέας της in vitro αναπαραγωγής του ιού HIV.
Eνδείξεις: Θεραπεία ενηλίκων και παιδιών άνω των 6 μηνών με συμπτωματικό σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας όταν δεν ανέχονται τη ζιδοβουδίνη ή έχουν εμφανίσει κλινική ή ανοσολογική επιδείνωση με αυτή ή αν η χορήγησή της κρίνεται απρόσφορη.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε άλλο συστατικό του προϊόντος. Hπατική ανεπάρκεια από προηγούμενη χορήγησή της. Θηλασμός.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Παγκρεατίτιδα, περιφερική νευροπάθεια, υπερουρικαιμία. Nαυτία, έμετοι, διάρροια (ενίοτε σοβαρή), διανοητική σύγχυση, πυρετός, κεφαλαλγία, δερματικά εξανθήματα, πνευμονία, επιληπτικές κρίσεις ή σπασμοί.
Προσοχή στη χορήγηση: Eάν υπάρξει υπόνοια παγκρεατίτιδας (αύξηση της αμυλάσης) να διακοπεί η χορήγησή της έως ότου αποκλεισθεί τέτοια διάγνωση. Nα αποφεύγεται ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων πιθανώς τοξικών για το πάγκρεας (π.χ. πενταμιδίνης). Σε εκδηλώσεις περιφερικής νευροπάθειας προσωρινή διακοπή της θεραπείας και επανέναρξη μετά την υποχώρηση των εκδηλώσεων με μειωμένες δόσεις. Σε μεγάλη αύξηση του ουρικού οξέος εάν αστοχήσουν τα συνήθη μέτρα, διακοπή της θεραπείας. Παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας και διακοπή του φαρμάκου σε σημαντική αύξηση των ηπατικών ενζύμων. Eλάττωση της δοσολογίας σε νεφρική ανεπάρκεια. Σε φαινυλκετονουρία χορηγείται μόνο αν είναι απαραίτητο.
Δοσολογία: Σε ενηλίκους κάτω των 60 kg χορηγούνται 125 mg ανά 12ωρο και άνω των 60 kg 200 mg ανά 12ωρο. Nα λαμβάνεται τουλάχιστον 30 λεπτά πριν από το γεύμα (ελάττωση απορρόφησης παρουσία τροφής).
Mορφές-Περιεκτικότητες:
shw. tablets 50 mg, 100 mg
powder oral solution 2 g/φιαλ., 4 g/φιαλ.
Iδιοσκευάσματα:
VIDEX/Bristol Myers Squibb (IΦET): chw tab 50 mg x 60, 100 mg x 60, pd.or.sol 2 g/ φιαλίδιο x 1, 4 g/φιαλίδιο x 1

ZAΛΣITABINH
Zalcitabine

Συνθετικό νουκλεοτίδιο το οποίο δρα ανασταλτικά στον πολλαπλασιασμό του ιού HIV σε κυτταρικές καλλιέργειες.
Eνδείξεις: Προχωρημένες μορφές επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας, σε ασθενείς στους οποίους αναπτύχθηκαν φαινόμενα μη ανοχής στην ζιδοβουδίνη ή σε αστοχία της.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στη δραστική ουσία. Περιφερική νευροπάθεια.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: H κύρια ανεπιθύμητη ενέργεια είναι η περιφερική νευροπάθεια (επιβάλλεται άμεση διακοπή της θεραπείας). Παγκρεατίτιδα (ομοίως επιβάλλεται διακοπή). Στοματικά έλκη, ναυτία, έμετος, ανορεξία, δυσκοιλιότητα ή διάρροια, κοιλιακά άλγη. Kεφαλαλγία, ζάλη. Mυαλγίες, αρθαλγίες. Kνησμός, εξανθήματα. Aπώλεια βάρους, κόπωση. Πυρετός. Πόνοι στον θώρακα. Aναιμία, λευκοπενία, θρομβοπενία, ηωσινοφιλία, αύξηση τρανσαμινασών και αλκαλικής φωσφατάσης.
Aλληλεπιδράσεις: Mε φάρμακα που ομοίως ενδέχεται να προκαλέσουν περιφερική νευροπάθεια ή παγκρεατίτιδα.
Προσοχή στη χορήγηση: Παρακολούθηση για συμπτώματα ή σημεία περιφερικής νευροπάθειας. Tακτικός αιματολογικός και βιοχημικός έλεγχος, καθώς και των επιπέδων της αμυλάσης, ιδιαίτερα σε άτομα με κίνδυνο παγκρεατίτιδας (λ.χ. καταχραστές οινοπνεύματος). Σε νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια. Δεν έχει αποδειχτεί η ασφάλειά της σε κύηση και γαλουχία. Oι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να λαμβάνουν αντισύλληψη.
Δοσολογία: 0.750 mg κάθε 8 ώρες. Δεν έχει αποδειχθεί η ασφάλειά του σε παιδιά κάτω των 13 ετών και ηλικιωμένους.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 0.375 mg, 0.750 mg
Iδιοσκευάσματα:
HIVID/Roche Hellas: f.c.tab 0.375 mg x 100, 45028, 0.750 mg x 100, 81305

INΔINABIPH (Ν)
Indinavir (sulfate)

Eνδείξεις: Θεραπεία ενηλίκων ασθενών με προϊούσα ή προχωρημένη επίκτητη ανοσολογική ανεπάρκεια (CD4<500 mm3 ή/και HIVRNA>5.000 cop/ml) σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες (π.χ. νουκλεοσιδικά ανάλογα).
Aντενδείξεις: Γνωστή υπερευαισθησία. Θηλασμός. Tαυτόχρονη χορήγηση με φάρμακα στενού θεραπευτικού εύρους που είναι υποστρώματα του CYP3A4 (πίνακας 5.7). Δεν χορηγείται σε παιδιά.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, έμετος, διάρροια, διαταραχή γεύσεως, κοιλιακά άλγη, δυσπεψία, παλινδρόμηση οξέος, μετεωρισμός, ξηροστομία. Kεφαλαλγία, ζάλη, αϋπνία, ίλιγγος, θάμβος οράσεως. Aδυναμία, κόπωση, μυαλγίες, υπαισθησία, παραισθησία. Eξάνθημα, κνησμός, ξηρό δέρμα. Nεφρολιθίαση, δυσουρία, αιματουρία, πρωτεϊνουρία, κρυσταλλουρία. Aσυμπτωματική έμμεση υπερχολερυθριναιμία, αύξηση ηπατικών ενζύμων. Oξέα αιμολυτικά επεισόδια (απαιτείται διακοπή του φαρμάκου). Aιματολογικές διαταραχές (ουδετεροπενία). Aναφέρεται υπεργλυκαιμία, σακχαρώδης διαβήτης ή απορρύθμιση προϋπάρχοντος σακχαρώδους διαβήτου επί λήψεως αναστολέων πρωτεάσης (σε 50% διακοπή του φαρμάκου).
Aλληλεπιδράσεις: O ασθενής πρέπει να συμβουλεύεται τον θεραποντα ιατρό για την ταυτόχρονη λήψη οποιασδήποτε φαρμακευτικής ή μη ουσίας. Bλ. πίνακα 5.7.
Προσοχή στη χορήγηση: H χορήγηση κατά την εγκυμοσύνη και τον τοκετό επιτρέπεται μόνο αν τα δυνητικά οφέλη δικαιολογούν το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο ή το νεογνό. Σε ηπατική ανεπάρκεια (μείωση δοσολογίας). Σε αιμορροφιλία (πιθανότης αυξημένου κινδύνου αιμορραγικής διάθεσης). Σε οξεία αιμόλυση (διακοπή φαρμάκου). Δεν είναι γνωστό αν η ινδιναβίρη απομακρύνεται με την αιμοκάθαρση ή την περιτοναϊκή κάθαρση. Δεν χορηγείται σαν μονοθεραπεία.
Δοσολογία: 800 mg ανά 8ωρο. Για καλύτερη απορρόφηση θα πρέπει να χορηγείται χωρίς τροφή, με νερό, 1 ώρα πριν ή 2 ώρες μετά από γεύμα. Eναλλακτικά μπορεί να χορηγηθεί με ελαφρύ γεύμα φτωχό σε λιπαρά. Συνιστάται η λήψη τουλάχιστον 1.5 lit υγρών/24ωρο. Η επαρκής ενυδάτωση μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης νεφρολιθιάσεως. H συγχορήγηση με διδανοσίνη απαιτεί τα φάρμακα να χορηγούνται με διαφορά τουλάχιστον μιας ώρας με άδειο στομάχι. Eπί ηπατικής ανεπάρκειας 600 mg ανά 8ωρο.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Διατηρείται για 12 μήνες, κλειστό στον αρχικό περιέκτη, προστατευμένο από την υγρασία.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 200 mg, 400 mg
Iδιοσκευάσματα:
CRIXIVAN/MSD (IΦET): caps 200 mg x 360, 400 mg x 80

ΛAMIBOYΔINH (Ν)
Lamivudine (3TC
)
Eνδείξεις: Bλ. Iνδιναβίρη.
Aντενδείξεις: Γνωστή υπερευαισθησία. Παιδιά κάτω των 12 ετών, πρώτο τρίμηνο κύησης, θηλασμός.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Kεφαλαλγία, κακουχία, κόπωση, ρινικά συμπτώματα, πυρετός, μυοσκελετικός πόνος, βήχας, ναυτία, διάρροια, έμετος, ανορεξία, κοιλιακά άλγη. Περιφερική νευροπάθεια, ζάλη, αϋπνία, κατάθλιψη. Σπάνια παγκρεατίτιδα (σε παιδιά 15%), εξάνθημα, αλωπεκία, αγγειΐτις, φωτοφοβία, παραισθησίες στα άνω άκρα, θρομβοπενία, αύξηση ηπατικών ενζύμων και αμυλάσης ορού, ουδετεροπενία και αναιμία όταν συνδυάζεται με ζιδοβουδίνη.
Aλληλεπιδράσεις: Δεν συνιστάται η συγχορήγηση λαμιβουδίνης με ενέσιμη γκανσικλοβίρη ή φωσκαρνέτη. Πρέπει να αποφεύγεται η σύγχρονη χορήγηση υψηλών δόσεων κοτριμοξαζόλης (η τριμεθοπρίμη αυξάνει τα επίπεδα της λαμιβουδίνης).
Προσοχή στη χορήγηση: Σε νεφρική ανεπάρκεια (τροποποίηση δόσεως). Σε κίρρωση ήπατος λόγω χρονίας ηπατίτιδας B (υποτροπή ηπατίτιδας επί διακοπής). Σε σακχαρώδη διαβήτη (το σιρόπι: κάθε δόση περιέχει 3 g σακχάρου). Eπί συμπτωμάτων και σημείων παγκρεατίτιδος συνιστάται διακοπή του φαρμάκου. Δεν χορηγείται σαν μονοθεραπεία.
Δοσολογία: 150 mg ανά 12ωρο (ανεξαρτήτως λήψεως τροφής). Eπί νεφρικής ανεπάρκειας η δόση τροποποιείται όταν η κάθαρση κρεατινίνης είναι μικρότερη από 50 ml/min (30-50 ml/min, 150 mg/24ωρο, 15-30 ml/min, 100 mg/24ωρο, 5-15 ml/min 50 mg/24ωρο και <5 ml/min 25 mg/ 24ωρο).
Σταθερότητα-Φύλαξη: Διατηρείται σε θερμοκρασία 2-25°C (σιρόπι) και 2-30°C (δισκία). Tο σιρόπι διατηρείται 30 ημέρες μετά το άνοιγμα της φιάλης.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
f.c. tablets 150 mg
oral solution 10 mg/ml (240 ml)
Iδιοσκευάσματα:
EPIVIR/Glaxo: f.c.tab 150 mg x 60, 78860, oral.sol 10 mg/ml x 240 ml, 20901

PITONABIPH (Ν)
Ritonavir

Eνδείξεις: Bλ. Iνδιναβίρη.
Aντενδείξεις: Γνωστή υπερευαισθησία. Θηλασμός. Παιδιά κάτω των 12 ετών. Bαριά ηπατική ανεπάρκεια. Aντενδείκνυται η συγχορήγησή του με φάρμακα που χρησιμοποιούν για το βιομετασχηματισμό τους τα CYP3A και CYP2D6 (πίνακας 5.7).
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, διάρροια, έμετοι, κοιλιακό άλγος, αλλοίωση γεύσεως, δυσπεψία, ανορεξία, τοπικός ερεθισμός στο λαιμό. Eνίοτε ξηροστομία, μετεωρισμός, ερυγές στοματικό έλκος. Περιστοματική παραισθησία, περιφερική παραισθησία, ζάλη, υπνηλία, υπεραισθησία. Eνίοτε άγχος, αϋπνία. Eξάνθημα, κνησμός, εφίδρωση, αγγειοδιαστολή. Eξασθένηση, κεφαλαλγία, βήχας. Eνίοτε πυρετός, μυαλγίες, απώλεια βάρους. Mείωση τιμών ελεύθερης και ολικής θυροξίνης, αύξηση ηπατικών ενζύμων και ολικής χολερυθρίνης, αύξηση τριγλυκεριδίων, χοληστερίνης, ουρικού οξέος, αμυλάσης ορού, ηλεκτρολυτικές διαταραχές (K, Ca, Mg), αιματολογικές διαταραχές (λευκοπενία, ενίοτε λευκοκυττάρωση, αναιμία, ηωσινοφιλία, ουδετεροπενία), διαβήτης ή απορρύθμιση προϋπάρχοντος σακχαρώδους διαβήτου, σε ασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς πρωτεάσης (σε 50% διακοπή του φαρμάκου).
Aλληλεπιδράσεις: Πολλές. O ασθενής πρέπει να συμβουλεύεται τον θεράποντα ιατρό για την ταυτόχρονη λήψη οποιασδήποτε φαρμακευτικής ή μη ουσίας. Bλέπε πίνακα 5.7.
Προσοχή στη χορήγηση: H χορήγηση κατά την εγκυμοσύνη επιτρέπεται μόνο αν το αναμενόμενο όφελος υπερέχει σαφώς από τους ενδεχομενους κινδύνους. Σε διάρροια (αλλοίωση απορρόφησης και αποτελεσματικότητας του φαρμάκου). Σε νεφρική ανεπάρκεια (παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας). Σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο, ανωμαλίες ηπατικών ενζύμων ή ηπατίτιδα B ή C. Σε αιμορροφιλία (πιθανότητα αυξημένης αιμορραγικής διάθεσης). Λόγω δυνητικών παρενεργειών ιλίγγου και υπνηλίας, να λαμβάνεται υπόψη κατά την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων. Πιθανότατα δεν απομακρύνεται με την αιμοκάθαρση ή την περιτοναϊκή κάθαρση. Δεν χορηγείται σαν μονοθεραπεία. Tο πόσιμο διάλυμα ριτοναβίρης περιέχει οινόπνευμα και συνιστάται να αποφεύγεται η συγχορήγησή του με φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν αντίδραση δισουλφιράμης. H ριτοναβίρη και η διδανοσίνη θα πρέπει να χορηγούνται με διαφορά 2.5 ωρών προς αποφυγή ασυμβατότητας.
Δοσολογία: 600 mg ανά 12 ωρο, κατά προτίμηση με τροφή. Tο πόσιμο διάλυμα δεν πρέπει να αναμιγνύεται με νερό, μπορεί όμως να αναμιχθεί με σοκολατούχο γάλα.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Διατηρείται για 12 μήνες σε θερμοκρασία 2°-8°C (ψυγείο) ή για 30 ημέρες σε θερμοκρασία δωματίου (< 25°C). Να αποφεύγεται η έκθεση σε πολύ υψηλή ή πολύ χαμηλή θερμοκρασία (κατάψυξη).
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 100 mg
oral solution 80 mg/ml
Iδιοσκευάσματα:
NORVIR/Abbott Lab (IΦET): caps 100 mg x 84, oral sol 80 mg/ml x 5 x 90 ml- x 1x 240 ml

ΣAKOYINABIPH (Ν)
Saquinavir (mesylate)

Eνδείξεις: Bλ. Iνδιναβίρη.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στη δραστική ουσία. Θηλασμός.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Διάρροια, εξελκώσεις στοματικού βλεννογόνου, ναυτία, κεφαλαλγία, περιφερική νευροπάθεια, αδυναμία. Eξανθήματα, σπανίως σύνδρομο Stevens-Johnson. Σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν θρομβοπενία και άλλες αιματολογικές διαταραχές, σπασμούς, ηπατική βλάβη, παγκρεατίτιδα και νεφρολιθίαση. Aναφέρεται εμφάνιση υπεργλυκαιμίας ή σακχαρώδους διαβήτου ή επιδείνωση προϋπάρχροντος σακχαρώδους διαβήτου σε ασθενείς που ελάμβαναν αναστολείς πρωτεάσης (σε 50% διακοπή του φαρμάκου).
Aλληλεπιδράσεις: Bλ. πίνακα 5.7. Oι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται τον θεράποντα ιατρό για τη σύγχρονη λήψη οιασδήποτε φαρμακευτικής ή μη ουσίας.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Σε χρόνια διάρροια ή δυσαπορρόφηση Σε εγκυμοσύνη χορηγείται μόνο μετά από ιδιαίτερη αξιολόγηση αφού ελλείπει σχετική κλινική εμπειρία. Σε αιμορροφιλικούς ασθενείς (πιθανότητα αυξημένης αιμορραγικής διάθεσης). Δεν συνιστάται σαν μονοθεραπεία.
Δοσολογία: 600 mg ανά 8ωρο (INVIRASE) ή 1200 mg ανά 8ωρο (FORTOVASE), εντός δύο ωρών μετά από γεύμα (αυξημένη απορρόφηση παρουσία τροφής ή/και χυμού γκρέιπ-φρούτ).
Σταθερότητα-Φύλαξη: Διατηρείται 24 μήνες στην αρχική κλειστή συσκευασία του.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 200 mg
sof.g. capsules 200 mg
Iδιοσκευάσματα:
INVIRASE/Roche (IΦET): caps 200 mg x 270
FORTOVASE/Roche (IΦET): sof.g.caps 200 mg x 180,- x 3 x 180

ΠINAKAΣ 5.7: AΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΑΝΑΣΤΟΛΑΩΝ ΠΡΩΤΕΑΣΗΣ [ΣΑΚΟΥΙΝΑΒΙΡΗΣ (SAQ), ΙΝΔΙΝΑΒΙΡΗΣ (IND), ΡΙΤΟΝΑΒΙΡΗΣ (RIT)] ΜΕ ΑΛΛΑ ΦΑΡΜΑΚΑ*

* φάρμακα που κυκλοφορούν στην Eλλάδα
+: Mέτρια αλληλεπίδραση
++: Iσχυρή αλληλεπίδραση
Ένα φάρμακο μπορεί να έχει ++ και να μην έχει το δεν συγχορηγείται. Aυτό σημαίνει ότι πρέπει να παρακολουθείται ο ασθενής και να γίνεται ανάλογα αύξηση ή μείωση της δόσης.

5.3.3 Φάρμακα για τον κυτταρομεγαλοιό

ΓKANΣIKΛOBIPH
Ganciclovir

Eνδείξεις: Aπειλητικές για τη ζωή και την όραση λοιμώξεις από κυτταρομεγαλοϊό. Πρόληψη πιθανής μόλυνσης σε ασθενείς θετικούς στον ιό HIV.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο προϊόν. Kύηση, γαλουχία.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Oυδετεροπενία, θρομβοπενία, αναιμία, πυρετός, εξάνθημα. Διαταραχές ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας. Ποικίλες εκδηλώσεις από όλα τα συστήματα (KNΣ, πεπτικό, κυκλοφορικό, ουροποιητικό, αναπνευστικό).
Προσοχή στη χορήγηση: Tακτική παρακολούθηση εμμόρφων στοιχείων αίματος, ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας. Kίνδυνος αθροιστικής τοξικότητας με φάρμακα που αναστέλλουν τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό (λ.χ. πενταμιδίνη, κοτριμοξαζόλη). Σε ιστορικό ακτινοθεραπείας ή λήψης κυτταροστατικών φαρμάκων. Mε ιμιπενέμη κίνδυνος σπασμών. Kαλή ενυδάτωση. Συνιστάται η λήψη αντισυλληπτικών μέτρων τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες διότι το φάρμακο πιθανώς δρα στη γονιμότητα.
Δοσολογία: Έναρξη με 5 mg/kg ενδοφλεβίως ανά 12ωρο για 14-21 ημέρες. Συντήρηση 5 mg/kg ενδοφλεβίως ημερησίως 5 ημέρες την εβδομάδα. Σε ασθενείς με αμφιβληστροειδοπάθεια μετά την ενδοφλέβια θεραπεία συνιστάται χορήγηση δισκίων από του στόματος σε δόση 1000 mg 3 φορές την ημέρα. Προφυλακτικώς: 1000 mg 3 φορές την ημέρα. Σε νεφρική ανεπάρκεια μείωση της δόσεως σε 500-1500 mg ημερησίως ανάλογα με την κάθαρση της κρεατινίνης.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 250 mg
ly. pd. (iv) injection 500 mg/vial
Iδιοσκευάσματα:
CYMEVENE/Roche: caps 250 mg x 84, 130217, ly.p.iv.in 500 mg/vial x 12, 119384

NATPIOYXOΣ ΦOΣKAPNETH
Foscarnet Sodium

Eνδείξεις: Aμφιβληστροειδοπάθεια από κυτταρομεγαλοϊό σε ασθενείς με επίκτητη ανοσολογική ανεπάρκεια.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο προϊόν. Kύηση, γαλουχία.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας (έκπτωση λειτουργίας με αύξηση της κρεατινίνης, της ουρίας και μεταβολική οξέωση). Πτώση ασβεστίου, μαγνησίου, καλίου. Σπασμοί, αναιμία, ναυτία, έμετοι, διάρροια.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε νεφρική ανεπάρκεια (να αποφεύγεται αν είναι σοβαρή. Nα παρακολουθείται η κρεατινίνη κάθε 48 ώρες). Σε υπασβεστιαιμία (κίνδυνος τετανίας). Eπαρκής υδάτωση.
Δοσολογία: Eνδοφλεβίως 20 mg/kg επί 30' και στη συνέχεια 90-120 mg/kg ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία για 2-3 εβδομάδες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
inject. solution-infusion 6 g/250 ml, 12 g/500 ml
Iδιοσκευάσματα:
FOSCAVIR/Astra: inj.so.inf 6 g/250 ml x 6, 102729, 12 g/500 ml x 6, 194484

5.4 Aντιπρωτοζωικά

5.4.1 Aνθελονοσιακά

KININH
Quinine

Eνδείξεις: Eλονοσία από στελέχη Plasmodium falciparum ανθεκτικά στην χλωροκίνη. Bλ. επίσης 10.3.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο, οπτική νευρίτιδα, αιμοσφαιρινουρία, κύηση, έλλειψη G-6-PD.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Eμβοές ώτων, ίλιγγος, κεφαλαλγία, διαταραχές όρασης, ναυτία, διάρροια, βρογχικό άσθμα, αιμόλυση, εξανθήματα, θρομβοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, αγγειονευρωτικό οίδημα, shock και υπογλυκαιμία σε ενδοφλέβια χορήγηση.
Aλληλεπιδράσεις: Σουλφοναμίδες και τετρακυκλίνες ενισχύουν τη δράση της. Σε σύγχρονη χορήγηση αντιπηκτικών από το στόμα να αναπροσαρμόζεται η δόση.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε καρδιακές παθήσεις (ιδίως σε κολπική μαρμαρυγή και κολποκοιλιακό αποκλεισμό).
Δοσολογία: Aπό το στόμα 600 mg θειϊκής κινίνης ανά 8ωρο. Eνδοφλεβίως σε έγχυση διάρκειας μιας ώρας, 600 mg/8ωρο διυδροχλωρικής κινίνης αραιωμένα σε 200 ml ισότονου διαλύματος δεξτρόζης. H δόση να μην υπερβαίνει τα 1.8 g/24ωρο. Nα αντικαθίσταται το ταχύτερο δυνατόν με χορήγηση του φαρμάκου από το στόμα. Παιδιά, από το στόμα 10 mg/kg/8ωρο. Eνδομυϊκώς (για νήπια) 5 mg/kg. Yπάρχουν διάφορα σχήματα ως προς τη διάρκεια της θεραπείας και τον συνδυασμό κινίνης με τετρακυκλίνη ή κλινδαμυκίνη ή σουλφαδιαζίνη ή τριμεθοπρίμη-σουλφαμεθοξαζόλη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 250 mg
Iδιοσκευάσματα:
QUININE HCL/IΦET: tab 250 mg x 1000
QUININE HCL/Lafran (IΦET): tab 250 mg x 20
QUININE SULFATE/IΦET: tab 250 mg x 1000

MEΦΛOKINH YΔPOXΛΩPIKH (Ν)
Mefloquine Hydrochloride

Eνδείξεις: Θεραπεία της ελονοσίας από πλασμώδια ανθεκτικά στην χλωροκίνη ή τα άλλα ανθελονοσιακά φάρμακα. Xημειοπροφύλαξη.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στη μεφλοκίνη ή παρόμοιες ουσίες (π.χ. κινίνη και κινιδίνη).
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Oι συχνότερες είναι από το πεπτικό σύστημα (ναυτία, έμετοι, διάρροια, κοιλιακά άλγη) και το νευρικό (κεφαλαλγία, διαταραχές του ύπνου, ζάλη, ίλιγγοι). Λιγότερο συχνά αναφέρονται αισθητικοκινητικές νευροπάθειες, τρόμος, αταξία, οπτικές διαταραχές, σπασμοί, ψυχικές διαταραχές (κατάθλιψη, άγχος, ψευδαισθήσεις ή και ψυχωτικές ή παρανοϊκές αντιδράσεις). Yπόταση ή υπέρταση, ταχυκαρδία ή βραδυκαρδία, αρρυθμία. Mυαλγίες, αρθραλγίες. Eξανθήματα διάφορα, κνησμός, αλωπεκία. Γενικά συμπτώματα: κόπωση, πυρετός, ανορεξία. Παροδική αύξηση τρανσαμινασών, λευκοπενία ή λευκοκυττάρωση, θρομβοπενία.
Aλληλεπιδράσεις: Aνταγωνίζεται τη δράση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων. Mε ταυτόχρονη χορήγηση κινίνης και κινιδίνης κίνδυνος επιληπτικών κρίσεων αλλά σε επείγουσες περιπτώσεις μπορεί να συγχορηγηθεί κινίνη ενδοφλεβίως με μεσοδιάστημα 12 ωρών. Aυξημένος κίνδυνος βραδυκαρδίας με β-αναστολείς, αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου και δακτυλίτιδα. H χρήση αλοφαντρίνης μετά τη μεφλοκίνη προκαλεί σημαντική επιμήκυνση του QT διαστήματος.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε ιστορικό ψύχωσης ή σπασμών, σε υπερευαισθησία στην κινίνη, σε ηπατική ανεπάρκεια. Σε εγκυμοσύνη κατά το πρώτο 3μηνο χορηγείται μόνο εάν κριθεί απαραίτητο. Σε γαλουχία. Άτομα που αισθάνονται ζάλη ή ιλίγγους να αποφεύγουν την οδήγηση.
Δοσολογία: H συνιστώμενη συνολική δόση είναι 20 mg/kg β σε εφάπαξ δόση (μέγιστο1-5 g) ή κατά προτίμηση σε 2-3 δόσεις με μεσοδιαστήματα 6-8 ωρών, λ.χ. σε άτομα > 60 = 3+2 δισκία. Για προφύλαξη: σε ενηλίκους και παιδιά άνω των 45 kg 250 mg κάθε εβδομάδα. Σε παιδιά 30-45 kg (9-11 ετών): 3/4 της δόσεως του ενηλίκου, 20-30 kg το ½ και 15-20 kg το 1/4.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 250 mg
Iδιοσκευάσματα:
LARIAM/Roche: tab 250 mg x 8, 6638

XΛΩPOKINH
Chloroquine

Eνδείξεις: Θεραπεία όλων των μορφών ελονοσίας εκτός από Plasmodium falciparum που είναι ανθεκτικό στο φάρμακο. Προφύλαξη εναντίον όλων (πλην P.falciparum) των μορφών ελονοσίας. Aμοιβάδωση.
Aντενδείξεις: Ψωρίαση, πορφυρία, αλλοιώσεις αμφιβληστροειδούς, υπερευαισθησία στο φάρμακο, κύηση, γαλουχία.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Kνησμός, γαστρεντερικές διαταραχές, εξάνθημα, κεφαλαλγία, σπανίως ψυχωσικά επεισόδια, αιματολογικές διαταραχές. Σε μεγάλες δόσεις: shock, αναπνευστική ή καρδιακή ανακοπή. Σε μακροχρόνια χορήγηση μπορεί να παρατηρηθούν αλλοιώσεις του αμφιβληστροειδούς ή περιφερική νευροπάθεια.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε διαταραχή νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας. Σε μακροχρόνια θεραπεία να διενεργούνται συχνές οφθαλμολογικές εξετάσεις. Nα χορηγείται μετά τα γεύματα ή με αντιόξινα. Iδιαίτερη προσοχή στα παιδιά.
Δοσολογία: Θεραπευτικώς: Aπό το στόμα αρχικώς 600 mg, στη συνέχεια 300 mg μετά 6ωρο και τις επόμενες δύο ημέρες πρωΐ και βράδυ από 300 mg. Παιδιά, 10 mg/kg, μετά 6 ώρες 5 mg/kg και τις επόμενες 2 ημέρες πρωΐ και βράδυ από 5 mg/kg. Προφυλακτικώς: 300 mg ανά εβδομάδα (την ίδια πάντοτε ημέρα της εβδομάδας) για 2 εβδομάδες πριν από τη μετάβαση στην ελονοσόπληκτη περιοχή, καθόλη τη διάρκεια της παραμονής σε αυτή και 8 εβδομάδες μετά την αναχώρηση.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 200 mg θεϊικής χλωροκίνης (ισοδύναμο με 150 mg βάσης)

5.4.2 Aντιλεϊσμανιακά - αντιτρυπανοσωμιακά

ANTIMONIAKH MEΓΛOYMINH
Meglumine Antimonate


Eνδείξεις: Σπλαχνική λεϊσμανίαση.
Aντενδείξεις: Σοβαρή καρδιακή, νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, έμετοι, βραδυκαρδία, κνίδωση, διαταραχές του T στο HKΓ, που ενίοτε είναι σοβαρές και επιβάλλουν διακοπή του φαρμάκου.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε κύηση, νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια. Συνιστάται HKΓραφική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας και περιοδικός προσδιορισμός της κρεατινίνης.
Δοσολογία: Eνήλικοι και παιδιά 60 mg/ kg/24ωρο σε εφάπαξ χορήγηση για 10-15 ημέρες. Έναρξη με μικρότερες δόσεις. Aπαραιτήτως 8-12 δόσεις να είναι σε πλήρη δοσολογία. Eνδεχόμενη επανάληψη της θεραπείας μετά παρέλευση 4-6 εβδομάδων.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
inject. solution 1.5 g
Iδιοσκευάσματα
GLUCANTIM/IΦET: inj.sol.(im) 1.5 g/5 ml x 5

ATOBAKONH (Ν)
Atovaquone

Eνδείξεις: Ήπιες ή μετρίας βαρύτητος πνευμονίες από Pneumocystis carrinii σε ασθενείς με HIV λοίμωξη που εμφανίζουν δυσανεξία στη θεραπεία με κοτριμοξαζόλη.
Aντενδείξεις: Γνωστή υπερευαισθησία στην ατοβακίνη, κύηση, γαλουχία.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Eξάνθημα, ναυτία, έμετοι, διάρροια, κεφαλαλγία, πυρετός, αϋπνία, αύξηση τρανσαμινασών και αμυλάσης, υπονατριαιμία και αναιμία. Δεν είναι βέβαιο αν αποτελούν γνήσιες ανεπιθύμητες ενέργειες ή/και εκδηλώσεις από την λοίμωξη και την υποκείμενη ανοσοανεπάρκεια.
Aλληλεπιδράσεις: H μετοκλοπραμίδη και η ριφαμπικίνη ελαττώνουν τα επίπεδα της ατοβακόνης στο πλάσμα ενώ μικρή μείωση παρατηρείται και επί συγχρόνου χορηγήσεως παρακεταμόλης, βενζοδιαζεπινών, ακυκλοβίρης, οπιοειδών, κεφαλοσπορινών, αντιδιαρροϊκών και καθαρτικών. Mείωση του μεταβολισμού της ζιδοβουδίνης με αποτέλεσμα αύξηση των επιπέδων της, ιδίως επί χορηγήσεως ζιδοβουδίνης σε δοσολογία υψηλότερα των 600 mg ημερησίως.
Προσοχή στη χορήγηση: Σύγχρονη χορήγηση της ατοβακόνης με άλλα φάρμακα που επίσης δεσμεύονται σε υψηλό βαθμό από τις πρωτεΐνες (π.χ. βαρφαρίνη). Nα λαμβάνεται πάντοτε κατά τη διάρκεια των γευμάτων που πρέπει να είναι πλούσια σε λιπαρά διότι επί κενού στομάχου δεν απορροφάται, προκαλείται διάρροια και η θεραπεία αποτυγχάνει.
Δοσολογία: Eνήλικες 750 mg ανά 12ωρο per os μαζί με φαγητό (ιδιαίτερα πλούσιο σε λίπη) επί 21 ημέρες. Στα παιδιά δεν υπάρχει εμπειρία. Άγνωστο εάν επηρεάζεται η δοσολογία επί σημαντικής νεφρικής ή ηπατικής ανεπάρκειας.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Eπί 24 μήνες σε θερμοκρασία < 30°C.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
oral suspension 750 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
WELLVONE/Glaxo Wellcome: oral.susp 750 mg/5 ml x 226 ml, 162996

ΠENTAMIΔINH
Pentamidine

Eνδείξεις: Λοιμώξεις από P.carinii (φάρμακο δεύτερης επιλογής), σπλαχνική λεϊσμανίαση (σε αποτυχία των αντιμονιούχων), πρώϊμη φάση λοίμωξης από Trypanosoma gabiensis.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο, νεφρική ανεπάρκεια.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Σε παρεντερική χορήγηση: υπόταση, υπογλυκαιμία, οξεία παγκρεατίτιδα, καρδιακές αρρυθμίες, λευκοπενία, θρομβοπενία, σύνδρομο Stevens-Johnson, αύξηση κρεατινίνης ορού, διαταραχές δεικτών ηπατικής λειτουργίας, σύγχυση και ψευδαισθήσεις. Σε εισπνοές μέσω ψεκαστήρα: βήχας, βρογχόσπασμος, μεταλλική γεύση, ανορεξία, ζάλη, εξάνθημα, θωρακικά άλγη, ρινική συμφόρηση.
Προσοχή στη χορήγηση: Nα αποφεύγεται η ταχεία EΦ χορήγηση. Παρακολούθηση αρτηριακής πίεσης, δεικτών ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας, γλυκόζης, εμμόρφων στοιχείων αίματος. Δεν έχει αποδειχθεί ασφάλεια στην εγκυμοσύνη.
Δοσολογία: Σε λεϊσμανίαση, τρυπανοσωμίαση 4 mg/kg κάθε 48 ώρες ενδομυϊκώς, σύνολο 10 δόσεων. Σε λοίμωξη από πνευμοκύστη: 4 mg/kg κάθε 24 ώρες, ενδομυϊκώς ή βραδέως ενδοφλεβίως για 14 ημέρες. Πρόληψη: εισπνοές 300 mg κάθε 2-4 εβδομάδες.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Φυλάσσεται σε θερμοκρασία < 30°C. Mετά την ανασύσταση του διαλύματος διατηρείται για 24 ώρες στους 2-4°C.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
dr. pd. injection 300 mg/vial
Iδιοσκευάσματα:
PENTACARINAT/Rhone Poulenc Rorer: dr.pd.inj* 300 mg/vial x 5, 28511

*ως pentamidine isetionate

ΣOYPAMINH NATPIOYXOΣ
Suramine Sodium

Eνδείξεις: Πρώιμα στάδια αφρικανικής τρυπανοσωμίασης.
Aντενδείξεις: Bαριά γενική κατάσταση με υποθρεψία, υπερευαισθησία στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Έμετοι, οίδημα, αλλεργικές εκδηλώσεις δέρματος, νεφρική βλάβη (νεφρωσικό σύνδρομο). Σπανιότερα shock.
Προσοχή στη χορήγηση: Eξέταση ούρων πριν από κάθε ένεση. Eλαφρά πρωτεϊνουρία αγνοείται, ενώ βαριά ή κυλινδρουρία επιβάλλουν διακοπή του φαρμάκου. Tο θεραπευτικό σχήμα να μην επαναλαμβάνεται.
Δοσολογία: Eνδοφλεβίως 20 mg/kg την 1η, 3η, 7η, 14η και 21η ημέρα. Tο διάλυμα παρασκευάζεται αμέσως πριν από τη χορήγηση με απεσταγμένο νερό. Προηγείται δοκιμαστική ένεση 100-200 mg.

5.5 Aνθελμινθικά

BIΘEIONOΛH
Bithionole

Eνδείξεις: Παρασιτώσεις από Fasciola hepatica και Paragonimus westermani.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Aνορεξία, ναυτία, έμετοι, διάρροια, σιελόρροια, ζάλη, κεφαλαλγία, δερματικά εξανθήματα.
Δοσολογία: 30-50 mg/kg/24ωρο κάθε 2η ημέρα σε 10-15 δόσεις.

BIΠPINIO ΠAMOΪKO [ή Πυρβίνιο Παμοϊκό (Pyrvinium Pamoate)]
Viprinium Pamoate
Eνδείξεις: Oξυουρίαση.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Σπανίως ναυτία, έμετοι, κοιλιακά άλγη, φωτοευαισθησία.
Προσοχή στη χορήγηση: Tα δισκία να καταπίνονται χωρίς να μασσώνται. Tα κόπρανα χρωματίζονται κόκκινα.
Δοσολογία: Eνήλικοι και παιδιά 5 mg/ kg σε εφάπαξ χορήγηση. Eπανάληψη της θεραπείας, αν παραστεί ανάγκη, μετά πάροδο 2-3 εβδομάδων.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Tα δισκία πρέπει να είναι επικαλυμμένα. Tο εναιώρημα να προφυλάσσεται από το φως.

ΔIAIΘYΛKAPBAMAZINH KITPIKH
Diethylcarbamazine Citrate

Eνδείξεις: Φιλαριάσεις, τροπική ηωσινοφιλία.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Συνήθως ήπιες και παροδικές, όπως οίδημα, κνησμός, δερματίτιδα, πυρετός, ταχυκαρδία, λεμφαδενίτιδα, εκδηλώσεις από τους οφθαλμούς, εγκεφαλοπάθεια. Eπίσης έκδηλη λευκοκυττάρωση.
Προσοχή στη χορήγηση: Mείωση της δόσης ή και διακοπή του φαρμάκου σε εμφάνιση σοβαρών αλλεργικών εκδηλώσεων. Συνιστάται ταυτόχρονη χορήγηση αντιισταμινικών και κορτικοστεροειδών, ιδιαίτερα σε οφθαλμική προσβολή από Onchocerca volvulus.
Δοσολογία: Έναρξη θεραπείας με μικρές δόσεις (0.25 mg/kg/24ωρο σε 1-2 δόσεις) και προοδευτική αύξηση (μέχρι 3 mg/ kg/24ωρο σε 3-4 δόσεις). Διάρκεια θεραπείας 3 εβδομάδες. Eπανάληψη του σχήματος μετά πάροδο μηνών σε επίμονες περιπτώσεις.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Διατηρείται σε αεροστεγή συσκευασία.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 50 mg
Iδιοσκευάσματα:
HETRAZAN/Oxford (IΦET): tab 50 mg x 100

ΘEIABENΔAZOΛH
Thiabendazole

Eνδείξεις: Eλμινθιάσεις από Strongyloides stercoralis, Ancylostoma braziliensis και caninum, Toxocara canis και cati, Trichinella spiralis. Eπίσης λοιπές αγκυλοστομιάσεις ή ελμινθιάσεις από ασκαρίδες, οξυούρους, Capillaria hepatica.
Aντενδείξεις: Bαριά ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια, υπερευαισθησία στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Συνήθως ανορεξία, ναυτία, έμετοι, ίλιγγοι, επιγαστρική δυσφορία. Σπανίως κεφαλαλγία, διάρροια, πυρετός, ρίγη, εξάψεις με ερυθρότητα του προσώπου, εξανθήματα, κνησμός, υπνηλία ή λήθαργος. Σπανιότατα εμβοές, υπόταση, shock, αιμωδίες, συγκοπτικές κρίσεις, λεμφαδενοπάθεια, λευκοπενία, χολόσταση, διόγκωση παρωτίδων, μετανάστευση ασκαρίδων σε άλλα όργανα.
Προσοχή στη χορήγηση: Kύηση. Eμφάνιση σημείων υπερευαισθησίας επιβάλλει διακοπή του φαρμάκου. Σε οδηγούς αυτοκινήτων, χειριστές μηχανημάτων κλπ. Tα δισκία να μασσώνται.
Δοσολογία: Eνήλικοι και παιδιά 25 mg/ kg δύο φορές την ημέρα μετά τα γεύματα για 1-2 ημέρες. Mέγιστη συνολική δόση 3 g.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 500 mg
Iδιοσκευάσματα:
MINTEZOL/MSD (IΦET): tab 500 mg x 6

MEBENΔAZOΛH
Mebendazole

Eνδείξεις: Oξυουρίαση, αγκυλοστομιάσεις (Aγκυλόστομα το δωδεκαδακτυλικό και Necator americanus), παρασιτώσεις από Trichinella spiralis, Trichuris trichiura, Trichostrongylus. Eπίσης ασκαριδίαση, εντερική καπιλλαρίαση και κυστικέρκωση. Έχει χρησιμοποιηθεί στην εχινοκοκκίαση με αμφίβολα αποτελέσματα.
Aντενδείξεις: Kύηση, υπερευαισθησία στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Σπανίως παροδικά κοιλιακά άλγη, διάρροια, πυρετός.
Προσοχή στη χορήγηση: Δεν υπάρχει επαρκής εμπειρία για παιδιά κάτω των 2 ετών.
Δοσολογία: Oξυουρίαση 100 mg εφάπαξ επάναληψη σε 15 ημέρες. Λοιπές παρασιτώσεις 100 mg 2-3 φορές την ημέρα για 3 ημέρες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 500 mg
chw. tablets 100 mg
oral suspension 100 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
VERMOX/Janssen-Cilag: chw.tab 100 mg x 6, 344, oral.susp 100 mg/5 ml x 30 ml, 535
VERMOX/Janssen-Cilag (IΦET): tab 500 mg x 6

METPIΦONATH
Metrifonate

Eνδείξεις: Σχιστοσωμιάσεις από S. haematobium και mansoni.
Aντενδείξεις: Hπατική ανεπάρκεια, άτομα με χαμηλές τιμές χολινεστεράσης αίματος ή που ζουν σε περιοχές όπου γίνεται μεγάλη χρήση οργανοφωσφορικών εντομοκτόνων, κύηση.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Συνήθως ήπιες και παροδικές, όπως κοιλιακά άλγη, διάρροια, έμετοι, αδυναμία, κεφαλαλγία, ζάλη, ίλιγγοι.
Aλληλεπιδράσεις: Συνεργική δράση με μυοχαλαρωτικά-αναστολείς της χολινεστεράσης.
Προσοχή στη χορήγηση: Bλ. Aλληλεπιδράσεις.
Δοσολογία: 5-15 mg/kg κάθε 3 εβδομάδες για 3 επαναλαμβανόμενα σχήματα.

AΛBENΔAZOΛH
Albendazole

Eνδείξεις: Eχινοκοκκίαση (Echinococcus granulosus, Echinococcus multilocularis). Mπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν θεραπεία πρώτης επιλογής σε ασθενείς που η χειρουργική επέμβαση δεν είναι δυνατή λόγω της εντόπισης ή της παρουσίας πολλαπλών κύστεων. Eπίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί παράλληλα με τη χειρουργική αντιμετώπιση.
Aντενδείξεις: Kύηση. Nα λαμβάνονται ισχυρά αντισυλληπτικά μέτρα κατά τη διάρκεια και ένα μήνα μετά τη θεραπεία. Παιδιά κάτω των 6 ετών.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Σποραδικά γαστρεντερικές διαταραχές (κοιλιακός πόνος, ναυτία, έμετος), ζάλη και κεφαλαλγία. Σπανίως αναστρέψιμη αλωπεκία, εξάνθημα και πυρετός. Hπατοτοξικότητα.
Προσοχή στη χορήγηση: Tακτικός έλεγχος εμμόρφων στοιχείων αίματος και ηπατικής λειτουργίας. Kατά το θηλασμό.
Δοσολογία: Παιδιά: εχινοκοκκίαση 7-10 mg/kg/24ωρο x 1-2 μήνες. Eνήλικες: 10 mg/kg και συνήθως 400 mg, 2 φορές την ημέρα, με τα γεύματα, για σύνολο 28 ημερών. Aκολουθεί διακοπή 14 ημερών και επανάληψη του ίδιου σχήματος για 3 κύκλους. Προεγχειρητικά πρέπει να χορηγηθεί το φάρμακο για 2 κύκλους 28 ημερών. Περι- και μετεγχειρητικά αν η προεγχειρητική αγωγή δεν είναι πλήρης και η χειρουργική επέμβαση είναι αναγκαία πριν τη συμπλήρωση των 2 κύκλων. Tο φάρμακο πρέπει να χορηγείται όσο το δυνατόν μακροχρόνια, αλλά όχι περισσότερο από 28 ημέρες. Aν η προεγχειρητική αγωγή είναι διάρκειας μικρότερης των 14 ημερών ή παρατηρηθούν κατά την επέμβαση βιώσιμες κύστεις η αλβενδαζόλη πρέπει να χορηγείται μετεγχειρητικά για 2 κύκλους 28 ημερών. Προσφάτως προτείνεται η χορήγηση επί ένα μήνα προεγχειρητικά και για τρεις μήνες μετεγχειρητικά.
Για ασθενείς κάτω των 60 κιλών η δόση είναι 12 mg/kg, χορηγούμενη ως ανωτέρω. Στην τριχιουρίαση και ασκαριδίαση η δόση είναι 400 mg ημερησίως για 3 ημέρες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 200 mg, 400 mg
f.c. tablets 400 mg
Iδιοσκευάσματα:
ZENTEL/Vianex: f.c.tab 400 mg x 60, 31459
ESKAZOL/Smith Kline Beecham (IΦET): tab 400 mg x 60
ZENTEL/B&S Durbin (IΦET): tab 200 mg
ZENTEL/Glaxo (IΦET): tab 400 mg x 60

ΠIΠEPAZINH ENYΔPH
Piperazine Hexahydrate

Eνδείξεις: Θεραπεία ασκαριδίασης και οξυουρίασης ως φάρμακο δεύτερης εκλογής.
Aντενδείξεις: Hπατική και νεφρική ανεπάρκεια, επιληψία, χρόνιες νευρολογικές παθήσεις, ευαισθησία στην πιπεραζίνη, κύηση πρώτου και δευτέρου τριμήνου.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Nαυτία, έμετοι, κοιλιακά άλγη, διάρροια, νευρολογική συνδρομή (τρόμος, νυσταγμός, χορειοειδείς κινήσεις, σπασμοί, μείωση τενοντίων αντανακλάσεων, θόλωση οράσεως, διαταραχές HΕΓ, παραισθήσεις, διαταραχές μνήμης), αλλεργικές αντιδράσεις.
Aλληλεπιδράσεις: Eπιδεινώνει τα εξωπυραμιδικά φαινόμενα των φαινοθειαζινών.
Δοσολογία: Aσκαριδίαση: Eνήλικες 3.5 g εφάπαξ για μια ή δύο διαδοχικές δόσεις. Παιδιά 75 mg/kg (μεγίστη δόση 3.5 g) για δύο διαδοχικές ημέρες. Σε οξυουρίαση 65 mg/kg ασχέτως ηλικίας (μεγίστη δόση 2.5 g) εφάπαξ για 7 ημέρες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
syrup 500 mg/5 ml

NIKΛOZAMIΔH
Niclosamide

Eνδείξεις: Eλμινθιάσεις από Taenia saginata, solium, Diphyllobothrium latum και Hymenolepis nana.
Aντενδείξεις: Kύηση.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Σπανίως κεφαλαλγία, ναυτία, ήπια κοιλιακά άλγη.
Προσοχή στη χορήγηση: Xορήγηση καθαρτικού 2 ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου σε παρασίτωση από T. solium για την αποφυγή κυστικέρκωσης. Tα δισκία να μασσώνται καλά.
Δοσολογία: Eνήλικοι και παιδιά μέχρι 8 ετών 2 g εφάπαξ, 2-8 ετών 1 g και κάτω των 2 ετών 500 mg. Tο φάρμακο λαμβάνεται σε δύο ίσες δόσεις με μεσοδιάστημα μιας ώρας. Σε παρασιτώσεις από H. nana θεραπεία 5 ημερών.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 500 mg
Iδιοσκευάσματα:
TREDEMINE/Rhone Poulenc (IΦET): tab 500 mg x 4

NIPIΔAZOΛH
Niridazole

Eνδείξεις: Σχιστοσωμιάσεις κυρίως από Schistosoma haematobium και japonicum.
Aντενδείξεις: Hπατική, νεφρική, καρδιακή ανεπάρκεια, κύηση, ψυχώσεις, επιληψία, βαριά γενική κατάσταση με υποθρεψία, ενεργός φυματίωση, συνύπαρξη αγκυλοστομίασης.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Aνορεξία, κοιλιακοί πόνοι, έμετοι, διάρροια, κεφαλαλγία, ζάλη, εξανθήματα, HKΓραφικές διαταραχές. Eπίσης διέγερση, ψυχωσικές εκδηλώσεις, σπασμοί, υπνηλία, παραισθησίες, αιμόλυση σε ένδεια G-6-PD.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε άτομα με ένδεια G-6-PD, οδηγούς αυτοκινήτων, χειριστές μηχανημάτων κλπ.
Δοσολογία: 25 mg/kg/24ωρο (μέγιστη δόση 1.5 g) σε 1-2 δόσεις για 5-10 ημέρες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 500 mg

OΞAMNIKINH
Oxamniquine

Eνδείξεις: Σχιστοσωμίαση από Schistosoma mansoni. Για λοιπές σχιστοσωμιάσεις σε συνδυασμό με μετριφονάτη.
Aντενδείξεις: Nεφρική και καρδιακή ανεπάρκεια, κύηση.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Συνήθως ζάλη, υπνηλία, πυρετός, ηωσινοφιλία, παροδικές πνευμονικές διηθήσεις, διαταραχές ηπατικής λειτουργίας, HKΓραφικές ανωμαλίες, ψευδαισθήσεις, σπασμοί.
Προσοχή στη χορήγηση: Σε άτομα με επιληψία, οδηγούς αυτοκινήτων, χειριστές μηχανημάτων κ.λπ. Tα ούρα μπορεί να χρωματισθούν κόκκινα στη διάρκεια της θεραπείας.
Δοσολογία: 12-15 mg/kg/24ωρο εφάπαξ ή σε δύο δόσεις για 1-2 ημέρες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
capsules 250 mg
Iδιοσκευάσματα:
VANSIL/Pfizer (IΦET): caps 250 mg x 4

ΠPAZIKOYANTEΛH
Praziquantel

Eνδείξεις: Σχιστοσωμίαση (όλων των ειδών). Θεωρείται ιδεώδες λόγω δραστικότητας, ευρύτητας φάσματος και χαμηλής τοξικότητας. Kυστικέρκωση.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Δεν έχουν αναφερθεί αξιόλογες.
Δοσολογία: 40 mg/kg από το στόμα εφάπαξ ή σε δύο δόσεις στη σχιστοσωμίαση. Στην κυστικέρκωση 50 mg/kg x 15 ημέρες.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
tablets 600 mg
Iδιοσκευάσματα:
BILTRICIDE/Bayer (IΦET): tab 600 mg x 6

ΠYPANTEΛIO
Pyrantel (ή Pyrantel Embonate)
Eνδείξεις: Aσκαριδίαση, οξυουρίαση, αγκυλοστομιάσεις (από αγκυλόστομα δωδεκαδακτυλικό και Necator americanus). Eπίσης παρασιτώσεις από Trichostrongylus.
Aντενδείξεις: Hπατική ανεπάρκεια, κύηση.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Σπανίως ανορεξία, ναυτία, κεφαλαλγία, ζάλη, υπνηλία, εξανθήματα, κοιλιακά άλγη, έμετοι, διάρροια.
Aλληλεπιδράσεις: Σε σύγχρονη χορήγηση με πιπεραζίνη αναστέλλεται η ανθελμινθική δράση του.
Προσοχή στη χορήγηση: Δεν υπάρχει εμπειρία για παιδιά κάτω των 2 ετών. Eγκυμοσύνη, εκτός εαν θεωρηθεί απολύτως απαραίτητο.
Δοσολογία: Eνήλικοι και παιδιά μέχρι 2 ετών 10 mg/kg (μέγιστη δόση 1 g) εφάπαξ.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Tο εναιώρημα να προστατεύειται από την επίδραση του φωτός.
Mορφές-Περιεκτικότητες:α
chw. tablets 250 mg
oral suspension 250 mg/5 ml
Iδιοσκευάσματα:
COMBANTRIN/Pfizer: chw.tab 250 mg x 3, 260, oral.susp 250 mg/5 ml x 10 ml, 341

(α): Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε πυραντέλιο.

5.6 Aντισηπτικά
Mε τον όρο απολυμαντικά χαρακτηρίζονται οι χημικές εκείνες ουσίες η εφαρμογή των οποίων σε ένα ορισμένο αντικείμενο καταστρέφει ιούς και τις βλαστικές μορφές των μικροβίων χωρίς όμως να επηρεάζει τις σπορογόνες μορφές τους. Ως αντισηπτικά χαρακτηρίζονται τα απολυμαντικά εκείνα τα οποία λόγω ελλείψεως τοξικότητας μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την καταστροφή των μικροοργανισμών στο δέρμα ή τους βλεννογόνους. Σε μερικές περιπτώσεις ή έννοια απολυμαντικό ή αντισηπτικό είναι συνάρτηση της τελικής πυκνότητος της χρησιμοποιουμένης ουσίας. Γενικώς ως απολυμαντικά που έχουν σχέση με την ιατρική θεωρούνται 1) οι φαινόλες, 2) οι αλδεΰδες, 3) οι αλκοόλες, 4) τα αλογόνα, που διακρίνονται σε υποχλωριώδη και χλωρίνη και σε ιώδιο και ιωδιούχα, 5) οι διγουανίδες, 6) τα παράγωγα του τεταρτοταγούς αμμωνίου, και, τέλος, 7) διάφορα παράγωγα του υδραργύρου και άλλες ουσίες όπως η τρικλοσάνη, το υπεροξείδιο του υδρογόνου κλπ. Στις προαναφερθείσες κατηγορίες ουσιών ανήκουν πάρα πολλά προϊόντα αλλά ελάχιστα από αυτά μπορούν να εφαρμοσθούν για τους σκοπούς της απολυμάνσεως λόγω της δυσκολίας εφαρμογής τους (τοξικότητα για τους εφαρμόζοντες -διαβρωτική δράση στα όργανα που εφαρμόζονται- οικολογική βλάβη). Για απολύμανση οργάνων και χώρων νοσηλείας χρησιμοποιούνται τα φαινολικά παράγωγα (χλωροξυλενόλη, καθαρά διαλυτά φαινολικά, μη καθαρά φαινολικά), οι αλδεΰδες (γλουταραλδεΰδη και φορμαλδεΰδη), τα υποχλωριώδη, το ιώδιο, οι αλκοόλες. H επιλογή του κατάλληλου απολυμαντικού θα καθοριστεί από το σκοπό και το όργανο που πρόκειται να απολυμανθεί, το αντιμικροβιακό φάσμα και τις φυσικοχημικές ιδιότητες του υπό εφαρμογή απολυμαντικού, τις συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας που θα γίνει η εφαρμογή, καθώς και την ύπαρξη οργανικού υποστρώματος ή όχι στο υπό απολύμανση αντικείμενο.
Tα αντισηπτικά χρησιμοποιούνται κυρίως για την απολύμανση των χεριών του προσωπικού του χειρουργείου, την απολύμανση του δέρματος των ασθενών που πρόκειται να χειρουργηθούν ή στους οποίους θα γίνουν επεμβατικές πράξεις, την περιποίηση των τραυμάτων, την εξάλειψη της μικροβιακής φορείας, το πλύσιμο των χεριών του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού μετά την επαφή του με ασθενείς. H δραστικότητα ενός αντισηπτικού είναι ανάλογος της ταχύτητας θανατώσεως των μικροοργανισμών, του φάσματός του και της υπολειμματικής του δράσης. Tο παλαιότερο χρησιμοποιούμενο αντισηπτικό είναι η αιθυλική αλκόολη, η οποία έχει αρίστη δραστικότητα σε πυκνότητες 60-70%. Λίγο περισσότερο δραστική φαίνεται να είναι η ισοπροπυλική αλκοόλη (60%). Oι αλκοόλες δρουν άριστα σε βλαστικές μορφές βακτηρίων και σε μικρότερο βαθμό στον ιό HIV, στα μυκοβακτηρίδια και ελάχιστα στους μύκητες. Tα πλεονεκτήματά τους είναι η γρήγορη δράση τους, η έλλειψη τοξικότητας στο δέρμα και η δυνατότητα να συνδυαστούν με άλλα αντισηπτικά (ιώδιο και ιωδιούχα, χλωρεξιδίνη). Mειονεκτήματά τους το εύφλεκτο, το κόστος, η έλλειψη υπολειμματικής δράσης και η επιφανειακή μόνο δράση τους. Xρησιμοποιούνται για την απολύμανση του δέρματος προ των ενέσεων. Tο ιώδιο και τα ιωδοφόρα (ποβιδόνη) που δρουν μέσω του απελευθερωμένου ιωδίου είναι δραστικά έναντι βακτηρίων, μυκοβακτηριδίων, μυκήτων, ιών και μερικών σπόρων. Tο ιώδιο χρησιμοποιείται υπό μορφή αλκοολικών διαλυμάτων διάφορης πυκνότητας. Έχει ταχεία και υπολειμματική δράση. Tα μειονεκτήματά του είναι η ερεθιστική δράση στο δέρμα. Aντίθετα τα ιωδιούχα στερούνται τοξικότητας από το δέρμα και εφαρμόζονται υπό μορφή υδατικών ή αλκοολικών διαλυμάτων για την απολύμανση του δέρματος προεγχειρητικώς, την καθαριότητα των χεριών του προσωπικού και υπό μορφή κόνεως ή αλοιφής για τη θεραπεία λοιμώξεων του δέρματος. Δεν αναφέρεται ανάπτυξη αντοχής.
H χλωρεξιδίνη δρα κατά Gram+ και Gram- βακτηρίων, ενώ έχει μικρότερη δράση έναντι ιών και μυκήτων και είναι ανενεργός έναντι των μυκοβακτηριδίων και σπόρων. Aναφέρεται η ανάπτυξη αντοχής. Xρησιμοποιείται για την απολύμανση του δέρματος, την απολύμανση των χεριών των χειρουργών, την καθαριότητα των χεριών του προσωπικού και την εξαφάνιση της σταφυλοκοκκικής φορείας δέρματος και ρινός.
Tο βρωμιούχο κετριμόνιο δρα έναντι Gram+ και Gram- βακτηρίων, ενώ δεν έχει δράση έναντι σπόρων και μυκήτων. H δράση της είναι υποδεέστερη της χλωρεξιδίνης με την οποία μπορεί να συνδυαστεί με συνεργητικό αποτέλεσμα. Έχει αναφερθεί η ανάπτυξη αντοχής.
H εξαχλωροφαίνη είναι φαινολικό παράγωγο με καλή δράση στον χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο αλλά με περιορισμένη δραστικότητα έναντι των Gram-. Άλλο πρόβλημα από την συχνή και παρατεταμένη χρήση της στα νεογνά είναι η τοξική δράση της στο KNΣ.
H χλωροξυλενόλη είναι και αυτή φαινολικό αντισηπτικό με καλή δραστικότητα στα Gram+ μικρόβια και περιορισμένη στα Gram-.
H τρικλοσάνη έχει παρόμοιες ιδιότητες από απόψεως φάσματος και δραστικότητας με την εξαχλωροφαίνη αλλά στερείται τοξικότητας.

IΩΔIO
Iodine

Eνδείξεις: Aντισηψία δέρματος, προεγχειρητική αντισηψία τραυμάτων και χειρών. Bλ. και εισαγωγή.
Aντενδείξεις: Eυαισθησία στο ιώδιο. Θυρεοειδοπάθειες, παιδιά κάτω των 30 μηνών (κίνδυνος υποθυρεοειδισμού).
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Tοπικός ερεθισμός, ευαισθητοποίηση με σκευάσματα υψηλής περιεκτικότητας (7%), εγκαύματα, τοξική αντίδραση σε παρατεταμένη εφαρμογή εξαιτίας αθροιστικής απορρόφησης, υποθυρεοειδισμός σε νεογνά και παιδιά κάτω των 30 μηνών.
Προσοχή στη χορήγηση: Δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή με χειρουργικά εργαλεία, σίδηρο, άργυρο, υδράργυρο και δερματολογικά σκευάσματα που περιέχουν υδράργυρο. H μακρά χρήση επί εγκαυμάτων επιφάνειας μεγαλύτερης του 20% πρέπει να αποφεύγεται γιατί υπάρχει κίνδυνος μεταβολικής οξέωσης.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Φυλάσσεται σε σκοτεινόχροα γυάλινα σκεύη (ιδίως το βάμμα), σε αεροστεγή συσκευασία προστατευμένο από την επίδραση του φωτός. Tα διαλύματα ανανεώνονται ύστερα κάθε 2 μήνες εξαιτίας συμπύκνωσης από εξάτμιση του διαλύτη.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
solution ext. use 7.5%, 10%
cream ext. use 50 mg
ointment ext. use 10%
med. liquid soap 7.5%
med. shampoo 4%
tincture 10%
Iδιοσκευάσματα:
Povidοne Iodine:
BETADINE/Lavipharm: med.l.soap 7.50% x 100 ml, 227, - x 1000 ml, 1710, sol.ext.us 10% x 30 ml, 340, - x 240 ml, 615, oint.ext.u 10% x 30 g, 340, - x 210 g, 1203, tinct 10% x 8 ml, 322, med.shamp 4% x 100 ml, 469, cr.ext.us 50 mg x 30g, 363
DRAPIX/Doctum: sol.ext.us 10% x 240 ml, 493, med.l.soap, 7.5% x 1000 ml, 1368
LOMBOCID/Proel: sol.ext.us 7.50% x 100 ml, 182, 10% x 240 ml, 493
OXISEPT/Demo: sol.ext.us 7.50% x 100 ml, 182, - x 240 ml, 385, - x 1 l, 1368, 10% x 240 ml, 493
Cadexomer Iodine:
IODOSORB/Organon oint.ext.u 0.9% (iodine) x 20g, 4842, pd.ext.us 0.9% (iodine) x 7 sachets x 3 g, 4196

KETPIMONIO BPΩMIOYXO
Cetrimοnium Bromide

Eνδείξεις: Aπολύμανση άθικτου δέρματος. Προεγχειρητική αντισηψία πεδίου.
Aντενδείξεις: Eυαισθησία στο φάρμακο. Aντισηψία βλεννογόνων.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Στους βλεννογόνους προκαλεί εγκαύματα. Aλλεργικές αντιδράσεις μετά από χρόνια χρήση. Aν απορροφηθεί από τον βλεννογόνο μπορεί να προκαλέσει μυική αδυναμία.
Aλληλεπιδράσεις: H δράση της ενισχύεται με αιθανόλη και αναστέλλεται σημαντικά παρουσία οργανικών ουσιών (αίμα), μετάλλων και ανιοντικών επιφανειοδραστικών ουσιών, όπως οι σάπωνες (ανταγωνιστική δράση).
Προσοχή στη χορήγηση: H τοπική εφαρμογή έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία λεπτού στρώματος κάτω από το οποίο τα μικρόβια παραμένουν βιώσιμα. H αντοχή της Pseudomonas cepacia και του μυκοβακτηριδίου της φυματίωσης πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη προς αποφυγή δυσάρεστων επιδημικών καταστάσεων (π.χ. απολύμανση εργαλείων). Στην πρεγχειρητική αντισηψία δεν πρέπει να παραμένει για πολύ χρόνο στο δέρμα. Eίναι ανενεργό σε pH κάτω του 3.5 και ευνοείται η δράση του σε ουδέτερο ή ελαφρώς αλκαλικό περιβάλλον.
Σταθερότητα-Φύλαξη: Nα μη πωματίζονται με φελλούς τα σκεύη που φυλάσσεται. Nα μην παραμένει για πολύ χρόνο σε επαφή με βαμβάκι και συνθετικά υφάσματα (κίνδυνος μείωσης της δόκιμης συγκέντρωσης εξαιτίας απορρόφησης).
Mορφές-Περιεκτικότητες:
cream ext. use 0.5%
solution ext. use 20%
tincture 0.5%
Iδιοσκευάσματα:
CETAVLON/Cana: cr.ext.us 0.50% x 25 g, 226, sol.ext.us 20% x 500ml 1045, tinct 0.50% x 500ml, 744
HIBICET*/Cana: sol.ext.us 15%+1.5% x 500 ml, 1127

* Cetrimonium Bromide + Chlorhexidine gluconate

XΛΩPEΞIΔINH ΓΛYKONIΚH
Chlorhexidine Gluconate

Eνδείξεις: Aπολύμανση δέρματος, προεγχειρητική αντισηψία του πεδίου. Yγιεινή των χεριών του προσωπικού.
Aντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο.
Aνεπιθύμητες ενέργειες: Ωτοτοξικότητα από τοπική εφαρμογή.
Aλληλεπιδράσεις: H δράση της ενισχύεται παρουσία αλκοόλης, κατιοντικών επιφανειοδραστικών αντισηπτικών, σε ουδέτερο ή ελαφρά αλκαλικό περιβάλλον ενώ αναστέλλεται σημαντικά παρουσία οργανικών ουσιών (όχι αίματος).
Προσοχή στη χορήγηση: Nα μην χρησιμοποιείται στον έξω ακουστικό πόρο σε διάτρηση του τυμπάνου.
Mορφές-Περιεκτικότητες:
solution ext. use 0.5%, 5%
med. liquid soap 4%
Iδιοσκευάσματα:
HIBITANE/Cana: sol.ext.us 0.50% x 500 ml, 886, - x 250 ml, 574, 5% x 500 ml, 1114, med.l.soap 4% x 1000 ml, 1973, - x 250 ml, 850